«Μάρτιν Ήντεν» του Τζακ Λόντον. Γράφει η Κατερίνα Φωτιάδου«Μάρτιν Ήντεν» του Τζακ Λόντον

Γράφει η Κατερίνα Φωτιάδου

«Σπάνιες όμως ήταν οι στιγμές που ο Μάρτιν κατόρθωνε να σκεφτεί. Το σπίτι της σκέψης ήταν κατάκλειστο, τα παράθυρά του σφραγισμένα κι αυτός ήταν ο ίσκιος-φύλακάς του. Ήταν ένας ίσκιος. Ο Τζόε είχε δίκιο. Ήταν κι οι δυο ίσκιοι που βρίσκονταν στην ατέλειωτη κόλαση του μόχθου. Ή μήπως ήταν όνειρο; Μερικές φορές μέσα στη ζέστη και στους ατμούς, καθώς περνούσε τα βαριά σίδερα πάνω απ’ τα ασπρόρουχα, πίστευε πως όλα ήταν όνειρο. Σε λίγο ή μετά από χίλια χρόνια θα ξυπνούσε μέσα στο μικρό του δωμάτιο με το μελανωμένο του τραπέζι και θα ξανάπιανε το γράψιμό του από ’κει που το ’χε αφήσει την προηγούμενη μέρα. Εκτός κι αν ήταν κι εκείνο ένα όνειρο, οπότε θα ξυπνούσε όταν θ’ άλλαζαν οι βάρδιες και θα πεταγόταν απ’ την κουκέτα του, θα διέσχιζε τρεκλίζοντας την καμπίνα του, θ’ ανέβαινε στο κατάστρωμα κάτω από τ’ άστρα του τροπικού και θα ’πιανε στα χέρια του το τιμόνι, ενώ το ψυχρό μελτέμι θα του τρυπούσε τη σάρκα.»

Η ιστορία του Μάρτιν Ήντεν θα μπορούσε να είναι μια τραγική κοινοτυπία στα χέρια οποιουδήποτε άλλου συγγραφέα της εποχής: νεαρός ταπεινής καταγωγής και κατά βάση αμόρφωτος, ερωτεύεται δεσποσύνη της αριστοκρατικής τάξης και για να της αποδείξει τον έρωτα του ξοδεύει μέρες και νύχτες πάνω από κάθε λογής βιβλία. Μορφώνεται, αλλάζει τρόπους, αποκτάει απόψεις και φυσικά αρχίζει να γράφει, μιας και του φαίνεται ένας καλός τρόπος για να κερδίσει τα προς το ζην. Ενώ όμως ο ίδιος γίνεται καλύτερος, τα περιοδικά και οι εκδοτικοί οίκοι στους οποίους στέλνει τα γραπτά του, του τα επιστρέφουν όπως είναι (ή τα πετάνε στον κάλαθο των αχρήστων ή του τα αλλάζουν στην καλύτερη περίπτωση, πληρώνοντας του πενιχρές αμοιβές). Ο ίδιος φτάνει στα όρια της εξαθλίωσης, η κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος και που δείχνει να ανταποκρίνεται ελκυόμενη περισσότερο από το “ζώο” που κρύβει μέσα του ο Ήντεν, απαιτεί να πιάσει μια δουλειά σωστή για να γίνει χρήσιμος άνθρωπος, οι περισσότεροι φίλοι και συγγενείς δεν βλέπουν, απογοητευμένοι, τίποτα άλλο από ένα τεμπέλη.

Ο Ήντεν πιάνει δουλειά σε ένα καθαριστήριο ξενοδοχείου και συνειδητοποιεί πως όσο αποκτηνώνεσαι προσπαθώντας να κερδίσεις μερικά χρήματα, τόσο σε εγκαταλείπει η θέληση να κάνεις άλλα πράγματα, να γράψεις, να ερωτευτείς, να ζήσεις. Έτσι εγκαταλείπει και γυρνάει στο γράψιμο, στις επιστροφές των κειμένων του από τους εκδότες, στις απογοητεύσεις, στην πείνα και στην ανέχεια. Και φυσικά έρχεται και η ώρα που η γυναίκα για την οποία προσπάθησε να γίνει καλύτερος άνθρωπος, θα τον εγκαταλείψει.

Μερικές γνωριμίες και κάποια τυχαία γεγονότα (ένας δημοσιογράφος θα τον χαρακτηρίσει σοσιαλιστή) θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον κάποιον εκδοτών κι έτσι, ξαφνικά, τα παλιά του κείμενα, εκείνα που είχαν απορριφθεί ξανά και ξανά, από τους ίδιους και τους ίδιους, θα αρχίσουν να πουλιούνται σαν τρελά.

Ο ίδιος, πλήρως απογοητευμένος, έχει σταματήσει να διαβάζει και να γράφει. Μα ότι παλιό έχει γράψει, ακόμα και το πιο αδιάφορο, το πιο άτεχνο, πουλιέται για χρήματα που δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Τα πάντα έχουν μπλεχτεί στο μυαλό του συγγραφέα. Χωρίς να έχει αλλάξει ούτε ένα κόμμα στα έργα του, αυτά χαρακτηρίζονται πια αριστουργήματα. Και φυσικά, σαν χαριστική βολή, η αριστοκράτισσα γυναίκα επιστρέφει και θέλει να τον παντρευτεί, με τη συγκατάθεση μάλιστα των γονιών της, που τόσο είχαν αντιταχθεί σε αυτή τη σχέση από τη πρώτη στιγμή.

Επιχειρώντας μία ιδεολογική προσέγγιση στον «Μάρτιν Ήντεν» διακρίνουμε τις επιρροές που δέχτηκε ο Τζακ Λόντον από τους: Χέρμπερτ Σπένσερ, Νίτσε, Δαρβίνου, Μαρξ, καθώς και από τα κινήματα του σοσιαλισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού. Οι επιρροές αυτές είναι ορατές και στον ήρωα του, τον Μάρτιν Ήντεν

Η ανάγνωση των «Πρώτων Αρχών» του Σπένσερ άνοιξαν νέους ορίζοντες στον Μάρτιν Ήντεν. Η αποσπασματική θεώρηση του κόσμου που είχε έως τότε μεταμορφώθηκε σ’ ένα ολοκληρωμένο σύστημα. Η θεωρία του φιλοσόφου, που πρώτος (πολύ πριν την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου) διατύπωσε για την επιβίωση του καταλληλότερου, αποτέλεσε τον ιδεολογικό άξονα του Ήντεν.

Ο ήρωας διαβάζει, «αποκωδικοποιεί» το προσωπικό ύφος άλλων συγγραφέων-ιδιαίτερη μνεία κάνει και στον Κίπλιγκ – και γράφει ασταμάτητα στέλνοντας τα χειρόγραφά του στους εκδότες περιμένοντας να ζήσει από τις επιταγές τους. Δέχεται πολλαπλές αρνήσεις, καταφέρεται εναντίον του σιναφιού των εκδοτών, τους οποίους θεωρεί μία καλοκουρδισμένη απρόσωπη μηχανή, φτάνει πολύ συχνά στα όρια της οικονομικής ανέχειας, αλλά έχει πίστη στον εαυτό του και στο έργο του. Πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης δεν μπορεί παρά ν’ αποκτήσει κάποτε τον κριτικό που του αξίζει. Τον κριτικό που δεν θα μπορεί να κάνει κάτι άλλο παρά ν’ αναγνωρίσει το αληθινό έργο. Παράλληλα, κάνει αισθητή την παρουσία του και σ’ ένα συνέδριο των σοσιαλιστών, όχι όμως για να εκφράσει την ιδεολογική του συμπαράσταση, αλλά για να διακηρύξει την πεποίθησή του για την αδυναμία του συστήματος αυτού και την αναπόφευκτη αποτυχία του. Οι απόψεις του αυτές τον φέρνουν σε σημείο απόκλισης από τον συγγραφέα Λόντον, ο οποίος υποστήριζε τον σοσιαλισμό. Ή μήπως πίσω από τη θέση του Μάρτιν Ήντεν μπορούμε να διακρίνουμε την αντίφαση στη σκέψη του συγγραφέα

Η τεχνική του Λόντον είναι ένας μεγάλος εσωτερικός μονόλογος, σε τρίτο πρόσωπο. Ο συγγραφέας μένει μερικώς αποστασιοποιημένος από τον ήρωα του, μπαίνει που και που στο μυαλό της ευγενής κορασίδας, μόνο και μονο για να μας αποκαλύψει τον φτωχό τρόπο με τον οποίο αγαπάει. Αρκεί μια ιστορία υψηλής δραματουργίας, μια καθημερινή ιστορία που εξυψώνεται στα όρια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας , το πνεύμα της εποχής και ένας συγγραφέας που κατέχει και χειρίζεται την τέχνη του.

Το τέλος που επιλέγει ο συγγραφέας να δώσει στον ήρωα του έκανε πολλούς βιογράφους του να πιστέψουν ότι ο Λόντον- που πέθανε νωρίς, στα 40 του- δεν πέθανε από μία ασθένεια των νεφρών που τον βασάνιζε από μικρό, αλλά ότι αυτοκτόνησε και ο ίδιος παίρνοντας υπερβολική δόση λαβδάνου. Νεότερα στοιχεία όμως αποκλείουν την πιθανότητα αυτή. Άλλωστε τον ίδιο τον χαρακτήριζε μία ιδιαίτερη αγάπη για τη ζωή, κατάστρωνε πάντα τολμηρά σχέδια και ο ενθουσιασμός του για το μέλλον ήταν χωρίς όρια.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα 

Ο Τζακ Λόντον (Jack London) 1876-1916 ήταν Αμερικανός συγγραφέας που έγραψε πάνω από 50 βιβλία, όπως «Το κάλεσμα της άγριας φύσης», «Μάρτιν Ήντεν», «Ο θαλασσόλυκος», «Οι άνθρωποι της αβύσσου» κ.α. Πρωτοπόρος στην αγορά της εμπορικής μυθιστοριογραφίας σε λαϊκά περιοδικά, υπήρξε από τους πρώτους Αμερικανούς συγγραφείς που έκανε τεράστια οικονομική περιουσία μόνο από την συγγραφή βιβλίων. Γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1876 στο Σαν Φραντσίσκο και πέθανε στις 22 Νοεμβρίου 1916

Ο Τζακ Λόντον έγινε σοσιαλιστήςσε ηλικία 20 ετών. Πριν απ’ αυτό, ήταν γεμάτος αισιοδοξία που προερχόταν από τη δύναμη και την υγεία που τον κατέκλυζε. Ήταν ένας τραχύς ατομιστής, που αγωνίστηκε σκληρά για να τα καταφέρει σε κάθε βήμα της ζωής του. Αλλά, όπως περιγράφει στο δοκίμιό του «Πώς έγινα Σοσιαλιστής», τα μάτια του άνοιξαν καθώς ανακατεύτηκε και συναναστράφηκε με τον κόσμο, τους φτωχούς και τους άπορους. Η αισιοδοξία που ένοιωθε εξανεμίστηκε και ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναδούλευε πιο σκληρά απ’ όσο έπρεπε. Γράφει ότι σταμάτησε να είναι ατομιστής και αναγεννήθηκε σε σοσιαλιστή προσχωρώντας αρχικά στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα για πρώτη φορά τον Απρίλιο του1896. Το 1901 άφησε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό κόμμα της Αμερικής.

Το 1896, στα «Χρονικά του Σαν Φρανσίσκο», εξιστορεί ότι όταν ήταν 20 ετών έδινε ομιλίες μπροστά σε κόσμο για τον Σοσιαλισμό, τις νύχτες στο πάρκο του Όκλαντ και ότι συνελήφθη γι’ αυτές τις δραστηριότητες το 1897.

Έθεσε, ανεπιτυχώς, υποψηφιότητα ως Σοσιαλιστής υποψήφιος δήμαρχος στις εκλογές του 1901 στο Όκλαντ, λαμβάνοντας μόνο 245 ψήφους, και το 1905, σε επόμενη υποψηφιότητα, έλαβε 981 ψήφους. Έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα μιλώντας για τον σοσιαλισμό και δημοσίευσε αυτές τις ομιλίες σε μια συλλογή δοκιμίων (Ο Πόλεμος των Τάξεων το 1905 και Επανάσταση και άλλα δοκίμια το 1910).

Συχνά υπέγραφε τις επιστολές του με το «Ημέτερος για την Επανάσταση»

_____________________

Βιβλιογραφία

Lord, Glenn (1976). The Last Celt: A Bio-Bibliography of Robert E. Howard. West Kingston, RI: Donald Grant.

Kingman, Russ (1979). A Pictorial Life of Jack London. Crown Publishers, Inc. (original); also «Published for Jack London Research Center by David Rejl, California»