Η συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία», της Γιώτας ΙωακειμίδουΗ συνομιλία του Κ. Καβάφη με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «Πάρθεν η Ρωμανία»

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 

Το ποντιακό δημοτικό τραγούδι «πάρθεν η Ρωμανία» είναι ένας θρήνος για την πτώση της βασιλεύουσας, αλλά υπάρχει η ελπίδα μέσα σε αυτόν της εθνικής αποκατάσταση, πίστης της επιβίωσης του γένους, θεματολογικά συναφές με το «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι»

Πάρθεν η Ρωμανία

Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην

ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,

επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.

Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,

εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,

Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης

έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.

Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.

«Ναϊλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια

κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,

-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι

-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν.

-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

Αυτό το ποίημα κέντρισε την προσοχή του Κ. Καβάφη και άνοιξε διακειμενική συνομιλία μαζί του. Είναι το μοναδικό από τα ποιήματα του που δεν κατατάσσεται σε καμία κατηγορία. Ο Καβάφης τόλμησε κάτι μοναδικό, ανέμειξε ολόκληρες φράσεις από το ποντιακό δημοτικό με τα υπόλοιπα στοιχεία του ποιήματος τα καθαρά καβαφικά. Το ποίημα άρτιο τεχνικά παρέμεινε ανέκδοτο και ανήκει στα λεγόμενα «κρυμμένα» του Κ. Καβάφη. Ο Κ. Καβάφης ασχολήθηκε με τα δημοτικά τραγούδια και ειδικά με τα μοιρολόγια, αυτό δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό. Ο Ποιητής διαλέγεται με το ποντιακό δημοτικό τραγούδι και συντονίζεται με αυτό.

Κ. Καβάφης: ΠΑΡΘΕΝ

Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,

για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,

πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

 

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό τής Πόλης

«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».

Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,

«ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης»,

ακούσθηκε κ’ είπε να πάψουν πια

«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»

πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ’ τ’ άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα

το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα

και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων

που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.

 

Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»

με στο «φτερούλιν άθε χαρτίν περιγραμμένον

κι ουδέ στην άμπελον κονεύ’ μηδέ στο περιβόλι

επήγεν και εκόνεψεν στού κυπαρίσ’ την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν

«Χέρας υιός Γιανίκας εν» αυτός το παίρνει το χαρτί,

και το διαβάζει κι ολοφύρεται.

«Σίτ’ αναγνώθ’ σίτ’ ανακλαίγ’ σίτ’ ανακρούγ’ την κάρδιαν.

Ν’ αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».