«Το χρέος των ποιητών» της Γιώτας Ιωακειμείδου«Το χρέος των ποιητών»

Γράφει η Γιώτα Ιωακειμίδου 

Ποιος άραγε πρέπει να είναι ο ρόλος της ποίησης σε κάθε δύσκολη εποχή;

Σε εποχές οικονομικής κρίσης ποιος είναι ο ρόλος της και ποιο κομμάτι «ευθύνης» της αναλογεί;

O Πλάτωνας στον «Ίωνα» μιλάει για την ιδιαιτερότητα των ποιητών σχολιάζοντας πως οι ποιητές δεν δημιουργούν το έργο τους χάρη στη δική τους σκέψη, αλλά φτάνουν σε αυτό δεχόμενοι τη θεϊκή έμπνευση. Σημειώνει χαρακτηριστικά πως ο ποιητής είναι κάτι το κενό, κάτι το ελαφρύ, ένα πετούμενο, αλλά και κάτι το ιερό (κούφον γαρ χρήμα ποιητής εστίν και πτηνόν και ιερόν).

Οι ποιητές έχουν ευαίσθητες κεραίες, συλλαμβάνουν τα προβλήματα της εποχής και οφείλουν να πάρουν, θέση απέναντι σε αυτά.

Το νου σας σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας μη και μας εύρει ανέτοιμους η μεγάλη ώρα. Ο ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του. Καλεί ο Γ. Ρίτσος τους ομότεχνούς του να είναι έτοιμοι «σαν στρατιώτες στη βάρδια τους, ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του. Ο ποιητής, σύμφωνα με τον Γιάννη Ρίτσο, είναι ένας εργάτης που βρίσκεται στο πόστο του, ένας στρατιώτης στη βάρδιά του, θέλοντας έτσι να τονίσει την ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης των ομοτέχνων του. Ο ποιητής είναι ένας αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του, υπεύθυνος για το περιεχόμενό τους και για τον στόχο που θα κληθούν να υπηρετήσουν

Ο Ν. Εγγονόπουλος δηλώνει αδυναμία, δεν μπορεί να γράφει ποιήματα και να παίρνει θέση, δεν το αντέχει. Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημά του το 1948, έτος που ο εμφύλιος βρίσκεται στο κορύφωμά του. Χαρακτηριστικά της εποχής: ο σπαραγμός, ο θάνατος. Μια τέτοια εποχή θεωρείται αντιποιητική. Η ποίηση δείχνει να είναι μια πολυτέλεια, τι νόημα μπορεί να έχει σε μια τόσο σκληρή εποχή; Πως είναι δυνατόν να λειτουργήσει; Καλύτερα λοιπόν η σιωπή, αυτή ίσως να δίνει περισσότερο αποκαλυπτικά τη διάσταση της τραγικότητας.

Ποίηση 1948

τούτη η εποχή

του εµφυλίου σπαραγµού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι άλλα παρόµοια

σαν πάει κάτι

να

γραφεί

είναι

ως αν

να γράφονταν

από την άλλη µεριά

αγγελτηρίων θανάτου

Ο Μ. Αναγνωστάκης, ποιητής ενταγμένος στο χώρο της αριστεράς, έχει μια πολιτική συνείδηση που του υπαγορεύει όχι μόνον την ποίηση, αλλά και την ποιητική. Περισσότερο αγωνιστικός, στρατευμένος ποιητής, πιστεύει στην κοινωνική λειτουργία και αποστολή της τέχνης, πιστεύει ότι η ποίηση είναι ο καθρέφτης της ζωής και της πραγματικότητας. Ο καλλιτέχνης έχει κοινωνικό ρόλο, πρέπει να συμμετέχει στα γεγονότα του καιρού του και να τα καταγράφει, και να τα καταγγέλει. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα ισοδυναμούσε με λιποταξία .

Η εποχή που στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται (του εμφυλίου σπαραγμού) και υπαινικτικά μόνο καθορίζεται (αγγελτήρια θανάτου), στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο: χαμός, θάνατοι, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες. Ποιος, αν όχι ο ποιητής θα μιλήσει με πόνο γι΄ αυτά; Η ευαισθησία του ποιητή είναι η μόνη εγγύηση για τη σωστή καταγραφή και την καταγγελία,

Στον Ν .Ε 1949 

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

 

Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει

Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;) 

Ο Τίτος Πατρίκιος είναι απαισιόδοξος, δεν πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί να προσφέρει να ξεσηκώσει τις μάζες να ανατρέψει καθεστώτα, γι΄ αυτό παραιτείται….

Στίχοι ποὺ κραυγάζουν

στίχοι ποὺ ὀρθώνονται τάχα σὰν ξιφολόγχες

στίχοι ποὺ ἀπειλοῦν τὴν καθεστηκυία τάξη

καὶ μέσα στοὺς λίγους πόδες τους

κάνουν ἢ ἀνατρέπουν τὴν ἐπανάσταση,

ἄχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,

γιατί κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα

κανένας στίχος δὲν κινητοποιεῖ τὶς μάζες.

(Ποιὲς μάζες; Μεταξύ μας τώρα –

ποιοὶ σκέφτονται τὶς μάζες;

Τὸ πολὺ μιὰ λύτρωση ἀτομική, ἂν ὄχι ἀνάδειξη.)

Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ δὲ γράφω πιὰ

γιὰ νὰ προσφέρω χάρτινα ντουφέκια

ὅπλα ἀπὸ λόγια φλύαρα καὶ κούφια.

Μόνο μιὰν ἄκρη τῆς ἀλήθειας νὰ σηκώσω

νὰ ρίξω λίγο φῶς στὴν πλαστογραφημένη μας ζωή.

Ὅσο μπορῶ, κι ὅσο κρατήσω.