Η Ιστορία, εμφάνιση και ανάπτυξη του εορτασμού των ΧριστουγέννωνΗ Ιστορία, εμφάνιση και ανάπτυξη του εορτασμού των Χριστουγέννων

Η γέννηση του Ιησού ως ανθρώπου παρουσιάζεται ως ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία όλης την ανθρωπότητας (Ματθ. 1:18-23· Λουκ.2:1-7· Φιλιπ. 2:6–7). Παρόμοια εκφράζονται και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς κατά τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες.

Η σημαντική Δεσποτική γιορτή της κατά σάρκα γεννήσεως του Χριστού, είναι μια ιδιαίτερη γιορτή, η οποία σύμφωνα με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό δεν θα πρέπει να συγχέεται με τα γενέθλια οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, αφού στα Γενέθλια αυτά[1] εορτάζουμε το μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός ότι «εφάνη γαρ Θεός ανθρώποις δια γεννήσεως»[2]. Τα Γενέθλια του Σωτήρα, με την έννοια που δίνει ο Γρηγόριος δηλ. ως Θεοφάνια, είναι γιορτή «αρχαιότατη» που «συνεωρτάζετο μέχρι της Δ’ εκατονταετίας, υπό την καθολικωτέραν επίκλησιν Επιφάνεια, την στ’ Ιανουαρίου…μετά της μεγάλης…εορτής του Βαπτίσματος…ο συνεορτασμός των δύο αυτών…εορτών εστηρίζετο εις την, ευθύς μετά την ιστόρησιν του Βαπτίσματος του Ιησού παρά του Ιωάννου, ρήσιν του Ευαγγελιστού Λουκά ‘και αυτός ην ο Ιησούς ωσεί ετών τριάκοντα αρχόμενος’…Πρώτος ποιείται μνείαν της εορτής Κλήμης ο Αλεξανδρεύς…»[3] Η «αρχαιότητα» αφορά τον 3ο αιώνα και έπειτα καθώς είναι σαφές ότι η Εκκλησία των δύο πρώτων αιώνων δεν τηρούσε οποιονδήποτε εορτασμό της γέννησης του Χριστού[4].

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης, τόσο ο Ιησούς Χριστός όσο και οι μαθητές του δεν γιόρταζαν γενέθλια ανθρώπων, και ο ίδιος ζήτησε ρητά από τους ακολούθους του να τηρούν την ανάμνηση του θυσιαστικού θανάτου του. (Λουκ. 22:19, 20). Επίσης, οι Ιουδαίοι απέρριπταν τον εορτασμό των γενεθλίων καθώς θεωρούνταν παγανιστική συνήθεια και αυτή τη στάση ακολούθησαν και οι Χριστιανοί κατά τους δύο πρώτους αιώνες της χριστιανικής εκκλησίας[5]. Μάλιστα, κατά τον 3ο αιώνα, ο Ωριγένης πίστευε ότι «ὁ φαῦλος τὰ γενέσεως ἀγαπῶν πράγματα ἑορτάζει γενέθλιον» και ότι «ἐπ΄ οὐδεμιᾶς γραφῆς εὕρομεν ὑπὸ δικαίου γενέθλιον ἀγομένην»[6]. Στην Καινή Διαθήκη αναφέρεται ότι η ημέρα της γέννησης του Ιησού ήταν ένα εξαιρετικά χαρμόσυνο γεγονός τόσο για ανθρώπους όσο και για τα αγγελικά πλάσματα καθώς γεννήθηκε ως άνθρωπος ο Σωτήρας της υπάκουης ανθρωπότητας[7], χαρά που στα ιερά κείμενα εκδηλώνεται με ύμνους[8]. Έτσι, για πολλές χριστιανικές ομολογίες ο εορτασμός των Χριστουγέννων αποτελεί κατεξοχήν την ανάμνηση του σωτηριώδους γεγονότος της ενσάρκωσης του Χριστού[9]. Άλλωστε, σε ότι αφορά την Ορθόδοξη εκκλησία, κάθε θεσμός ή συνήθειά της θεωρείται ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει και να εξελιχθεί μέσα στον οργανισμό της αν δεν έχει καινοδιαθηκική κατοχύρωση[10].

Κοντά στην χρονική περίοδο που γεννήθηκε «ο Σωτήρας» της ανθρωπότητας, δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ακριβή προσδιορισμό της άγνωστης[11] ημερομηνίας στην οποία γεννήθηκε ο Ιησούς αφού θεωρούσαν σημαντικότερο το γεγονός της σάρκωσης του Μεσσία και της σωτηρίας της ανθρωπότητας, γεγονός που εορτάζεται και κατά την γιορτή των Χριστουγέννων στις περισσότερες χριστιανικές εκκλησίες.

Ο χρονικός προσδιορισμός της έναρξης εορτασμού των γενεθλίων του Ιησού δεν μπορεί γίνει με με βεβαιότητα. Για μερικούς ερευνητές, τις πρώτες αναφορές περί εορτασμού της γέννησης του Χριστού (στις 6 Ιανουαρίου), τις συναντάμε στα κείμενα του Πάπα Τελεσφόρου (125-136 μ.Χ.)[12], στοιχεία που από άλλους δεν θεωρούνται αυθεντικά, αλλά μεταγενέστερες παρεμβολές[13]. Σε άλλες περιπτώσεις, έναρξη εορτασμού της γέννησης του Χριστού πιθανολογείται γενικά ο δεύτερος[14] ή και ο τρίτος αιώνας[15]. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, ο εορτασμός των Χριστουγέννων έγινε για πρώτη φορά στην Αντιόχεια κατά τον 4ο αιώνα από τους Ευσταθιανούς, ένα χριστιανικό κίνημα που είχε άμεση σχέση με την Εκκλησία της Ρώμης[16].

Σύμφωνα με παράδοση του 8ου αιώνα[17], στο έργο Περί της Γεννήσεως του Χριστού προς Ζαχαρίαν τον Καθολικόν της Μεγάλης Αρμενίας του αρχιεπισκόπου Νικαίας Ιωάννη[18], στα αρχεία της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται να υπήρχε έγγραφο του Ιωσήπου το οποίο καταδείκνυε ότι ο Ιησούς γεννήθηκε την 9η του μηνός Σαπέτ, που αντιστοιχεί στην 25η Δεκεμβρίου[19]. Σύμφωνα με τη νεώτερη έρευνα, το έργο αυτό ανάγεται στα τέλη του 9ου αιώνα και θεωρείται αμφιλεγόμενο και νόθο[20].

Το 386 ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρότρυνε την εκκλησία της Αντιόχειας να συμφωνήσει στην 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης, και στην Ρώμη το καλεντάρι των Φιλοκαλίων (354 μ.Χ.) περιλαμβάνει στην ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου, απέναντι από την παγανιστική Natalis invicti, δηλ. «γέννηση του ακατανίκητου (ήλιου)», την φράση «VIII kaalitan nattis Christus in Bethleem Iudea». Τον καιρό του Αγ. Αυγουστίνου η ημερομηνία της εορτής της Γέννησης είχε καθοριστεί, πάντως ο Αυγουστίνος την παραλείπει από τον κατάλογό του με τις σημαντικές χριστιανικές επετείους (PL 33.200). Θεωρείται ότι θεμελιώδη σχέση με την επικράτηση αυτής της ημερομηνίας δεν είχε μόνο το χειρόγραφο του Ιωσήπου, αλλά και η ανταγωνίστρια του Χριστιανισμού λατρεία του ήλιου, με την γιορτή του Dies Natalis Solis Invicti, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος της (ημέρα γέννησης του ακατανίκητου Ήλιου).

Όπως ειπώθηκε, οι πρώτοι Χριστιανοί, δεν γιόρταζαν γενέθλια ανθρώπων, πιθανώς λόγω της σχέσης των γενεθλίων με την αστρολογία και τη μαντεία [21], παγανιστικές συνήθειες της εποχής[22] και ίσως για λόγους αποστασιοποίησης από τις γενέθλιες εορτές των Ρωμαίων αυτοκρατόρων[23] αλλά και άλλων θεοτήτων που συνηθιζόταν επί αιώνες να γιορτάζονται τα γενέθλιά τους[24]. Τον 3ο αιώνα, με τις ριζικές αλλαγές που επήλθαν στην Εκκλησία από τον ηλιολάτρη αυτοκράτορα Κωνσταντίνο, φαίνεται πως παραμερίστηκαν οι αντιρρήσεις όσον αφορά τον εορτασμό των γενεθλίων του Χριστού-Θεού, κατά το πρότυπο του εορτασμού των γενεθλίων του θεού Ήλιου στις 25 Δεκεμβρίου[25]. Μερικοί πιστεύουν ότι αυτό έγινε καθώς η πλειονότητα των Χριστιανών ήταν πλέον Εθνικοί (μη Ιουδαίοι), οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους νομοταγείς Ρωμαίους για τους οποίους τα γενέθλια ήταν απλά μέρος της κουλτούρας τους[26]. Εντούτοις, ακόμη και στις αρχές του 5ου αιώνα κάποιοι Χριστιανοί αρνούνταν να αποδεχτούν τον εορτασμό των Χριστουγέννων, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα με βάση τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης[27].

Θα πρέπει πάντως να ληφθεί υπόψη ότι με βάση τα βιβλικά κείμενα[28] και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, σε καμμία περίπτωση η γέννηση του Χριστού δεν γινόταν αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο όπως η γέννηση οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου. Εξάλλου, οι περισσότεροι κατανοούσαν τον χριστιανισμό ως κατά βάση ιστορικό και άρα δυναμικό και όχι κάτι στατικό[29] ή αδρανές. Εφόσον οι δομές είχαν μεταβληθεί δραματικά, ήταν δύσκολο οι αντιρρήσεις που επικρατούσαν επί κυριαρχίας της ειδωλολατρίας να εξακολουθούν[30] να εμποδίζουν τον εορτασμό μιας τόσο σημαντικής στιγμής[31] στην ιστορία του χριστιανισμού. Πόσο μάλλον όταν η έναρξη εορτασμού των Χριστουγέννων θεωρήθηκε ότι δεν ήταν αντίθετη προς την Κ.Δ.[32]. Όταν πλέον ο Χριστιανισμός βγήκε από την εποχή των διωγμών και κλήθηκε να συμβάλει ως αναμορφωτικός και ενοποιητικός παράγοντας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προσπάθησε να ακυρώσει το περιεχόμενο των ειδωλολατρικών εθίμων που ήταν δημοφιλή τότε μετατρέποντας το περιεχόμενό τους σε χριστιανικό[33].

Τρεις αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού ορίσθηκαν χρονολογικά ο ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η γέννηση του Χριστού. Οι ιστορικές πηγές υποδεικνύουν ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων άρχισε να τηρείται στη Ρώμη γύρω στο 335[34], αν και κάποιοι ερευνητές βασιζόμενοι σε αρχαίους ύμνους με χριστουγεννιάτικη θεματολογία[35] θεωρούν ότι τα πρώτα βήματα που οδήγησαν στον εορτασμό αυτό έγιναν μέσα στον 3ο αιώνα. Η παράδοση θεωρεί ότι η αρχαιότερη ομιλία για τη γιορτή των Χριστουγέννων εκφωνήθηκε από τον Μέγα Βασίλειο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το έτος 376 μ.Χ.[36].

Επί Πάπα Ιουλίου Α’ (336-332) τα Χριστούγεννα σταμάτησαν να γιορτάζονται μαζί με τα Θεοφάνεια και θεσπίσθηκε ως επέτειος η 25 Δεκεμβρίου κατόπιν έρευνας των αρχείων της Ρώμης, όπως πιστεύεται, επί της απογραφής που έγινε επί αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, σε συνδυασμό με υπολογισμό ρήσης του Ευαγγελίου (το οποίο και συνέτεινε) του Προδρόμου λεχθείσα περί τον Χριστόν:»Εκείνος δει αυξάνειν, εμέ δε ελατούσθαι» (Ιωάνν. γ’30). Με βάση αυτή την υποθετική πηγή, η Γέννηση του Χριστού ορίσθηκε κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο όπου και αρχίζει η αύξηση των ημερών.

Μία από τις πολλές ερμηνείες για τον καθορισμό της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας εορτασμού, αναφέρεται στην επιθυμία του Χριστιανισμού να εκχριστιανίσει σκόπιμα τις αρχαίες ειδωλολατρικές γιορτές[37] όπως τη μεγάλη εθνική εορτή του «ακατανίκητου» θεού Ήλιου (Dies Invictis Solis) και τον εορτασμό των γενεθλίων του Μίθρα που ήταν διαδεδομένα σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[38]. Ο εορτασμός αυτής της ημέρας ως ημέρας γέννησης του Χριστού έπρεπε να συντελέσει στον εξοβελισμό σημαντικών παγανιστικών (μη χριστιανικές) γιορτές που τηρούνταν εκείνον τον καιρό[39], όπως τα Σατουρνάλια και τα Μπρουμάλια[40]. Με τον τρόπο αυτό οι Χριστιανοί επιβεβαίωσαν την επικράτηση της πίστης τους ενάντια στις ειδωλολατρικές θεότητες, δίνοντας ένα εντελώς νέο, χριστιανικό περιεχόμενο[41] στις γιορτές αυτές: ο Ήλιος της Δικαιοσύνης ήταν ο Χριστός της Παλαιάς Διαθήκης[42], το «φως του κόσμου» (Ιωάν. 8:12) και όχι ο θεός Ήλιος των Ρωμαίων, ενώ ο χριστιανικός κόσμος γιόρταζε με δοξολογία («σύν τώ αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου αινούντων…δόξα εν υψίστοις Θεώ καί επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» Λουκ. 2:13-14) αυτό το χαρμόσυνο για όλους γεγονός («ιδού γάρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τώ λαώ» (Λουκ. 2:10).

Ένας πρακτικός λόγος που θέτει υπό αμφισβήτιση ότι ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τις Γραφές οι βοσκοί στη Βηθλεέμ είχαν τα κοπάδια τους στην ύπαιθρο, όταν ο άγγελος Κυρίου τους ανήγγειλε τη γέννηση του Σωτήρα. Στα εύκρατα κλίματα, οι χειμερινοί μήνες είναι παγεροί, κάνει πολύ κρύο και πέφτουν πολλές βροχές. Γι’ αυτόν τον λόγο οι βοσκοί με τα κοπάδια τους δεν βρίσκονται στην ύπαιθρο, αλλά στα χειμαδιά τους.

Από τη Δύση ο εορτασμός της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου πέρασε και στην Ανατολή γύρω στο 376. Με τον χρόνο επεκράτησε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο εκτός της Αρμενικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνεχίζει τον συνεορτασμό με τα Θεοφάνια.

Το 529 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός απαγόρευσε την εργασία και τα δημόσια έργα κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και τα ανακήρυξε δημόσια αργία. Ως το 1100, καθώς είχε επεκταθεί η δράση των ιεραποστολών στις παγανιστικές ευρωπαϊκές φυλές, όλα τα έθνη της Ευρώπης γιόρταζαν τα Χριστούγεννα. Εντούτοις, αργότερα, εξαιτίας της Μεταρρύθμισης απαγορεύτηκε ή περιορίστηκε κατά περιόδους η τήρησή του εορτασμού τους σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική, καθώς θεωρούνταν ότι περιλάμβανε σε μεγάλο βαθμό ειδωλολατρικά στοιχεία[43].

* Χρησιμοποιήθηκε υλικό από τη Wikipedia, άδεια χρήσης: Creative Commons.