«Το παλτό» διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου«Το παλτό»

Διήγημα της Ευρυδίκης Αμανατίδου

Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε

παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα

Στον κόσμο αυτό που ζήσαμε

παρέα ξενυχτήσαμε με μια φωνή λαχτάρα.

Ο Χρήστος απόμεινε να κοιτάζει στωικά τον άδειο τοίχο απέναντί του λες και η λερωμένη του επιφάνεια θα του χάριζε την έμπνευση.

Ο Χρήστος, άφραγκος καλλιτέχνης. Μόνο αυτή τη ρημάδα την έμπνευση διέθετε, με αυτή ζούσε κι ανέπνεε περιμένοντας να ξημερώσει μια καλύτερη μέρα. Μια δεκάδα τραγούδια ήταν η περιουσία του όλη κι όλη, και κάτι ψιλά, όσα είχαν απομείνει από την ανάγκη της στιγμής ή καλύτερα της βαρυχειμωνιάς που τον ανάγκασε να αγοράσει το παλτό.

Δυο βδομάδες χαλβάδιαζε έξω από τη βιτρίνα του μαγαζιού, τόσο του είχε πάρει μέχρι να αποφασίσει να εξαντλήσει και τα τελευταία ψίχουλα του ταμείου ανεργίας και να αγοράσει το πανωφόρι που η θαλπωρή του θα έκανε απόψυξη στο κοκαλωμένο του σώμα, να κυκλοφορήσει το αίμα στα ξυλιασμένα του δάχτυλα για να μπορέσει να τελειώσει τα τραγούδια.

Με μια κίνηση είχε σπρώξει τη βαριά κρυστάλλινη πόρτα βαδίζοντας ολοταχώς προς τον στόχο του, έρμαιο εν τέλει στα χέρια του υπαλλήλου που σαν ενοχλητικό έντομο ζουζούνιζε ολόγυρά του ισιώνοντας τα πέτα και τα μανίκια, εκθειάζοντας την ποιότητα. Και μετά, τραβώντας κατά το ταμείο, είδε με την άκρη του ματιού του τον Θέμη Καζάζη. Αυτόματα απόμεινε στήλη άλατος νιώθοντας ταραχή ερωτοχτυπημένου μαθητή. Χωρίς παρεξήγηση, επρόκειτο για έρωτα επαγγελματικό, αυτή την ανόσια λαγνεία του στιχουργού προς τον συνθέτη, τον άνθρωπο που θα ντύσει τα λόγια με μουσική και θα τα κάνει να απογειωθούν στα ουράνια.

«Κοίτα σύμπτωση!» σκέφτηκε ο Χρήστος με όλη του την προσοχή στραμμένη στον Καζάζη που δοκίμαζε ένα παλτό όμοιο με το δικό του.

Παρόλο που ο Χρήστος θεώρησε την ευτυχή σύμπτωση σημάδι από ψηλά, το ξινισμένο ύφος του συνθέτη τον απέτρεψε από το να κάνει τα δέκα βήματα που τους χώριζαν και να μιλήσει σε αυτόν που η φαντασία του είχε στεφανώσει με τις δάφνες του σωτήρα.

«Ίσως δεν είναι καλή η στιγμή» μουρμούρισε ελαφρά αποκαρδιωμένος ενώ το χέρι του μετρούσε και ξαναμετρούσε τα χαρτονομίσματα στην τσέπη, από φόβο μήπως και κάποιο είχε παραπέσει και γινόταν ρεζίλι στο ταμείο του καταστήματος.

Με την τεράστια χάρτινη τσάντα παραμάσχαλα -αλήθεια, τι σπατάλη χαρτιού, με πόσους στίχους θα μπορούσε να το γεμίσει!- ο Χρήστος κοντοστάθηκε αναποφάσιστος στο ξεροβόρι. Κάτι μέσα του τού έλεγε να περιμένει, όμως τον είχε πιάσει τρέμουλο από την ταραχή. Το λίγο αποθεματικό κουράγιο τον εγκατέλειψε όταν είδε τον Καζάζη να βγαίνει με μια τσάντα όμοια με τη δική του και να μπαίνει φουριόζος σε ένα ταξί.

Ο Χρήστος ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Καλύτερα που δεν του είχε μιλήσει! Να του έλεγε τι, μπαρούφες; Θα στρωνόταν να τελειώσει τα τραγούδια και μετά θα κανόνιζε να συναντήσει τον συνθέτη.

Κι έτσι, δεκατέσσερις μέρες μετά την κοσμοϊστορική αγορά, δεν του έλειπε παρά ένα κουπλέ για να ολοκληρώσει το έργο του. Στο μεταξύ είχε μάθει όχι μόνο πού έμενε ο Καζάζης αλλά και όλο το καθημερινό του πρόγραμμα.

Επιτέλους, το πλήρωμα του χρόνου έφτασε κι ο Χρήστος έβαλε σε έναν χοντρό καφετί φάκελο καθαρογραμμένα τα δέκα τραγούδια. Έγραψε απ’ έξω τη διεύθυνση του Καζάζη κι έμενε μόνο να αποφασίσει πώς θα έφτανε στα χέρια του συνθέτη. Άλλο να το λες κι άλλο να το κάνεις! Τώρα που είχε φάει το βόδι, τον γαργαλούσε η ουρά. Στο τέλος πήρε την απόφαση να παραδώσει ο ίδιος το φάκελο, για σιγουριά.

Στις εννιά το πρωί, ο Χρήστος είχε καρφώσει το βλέμμα ψηλά στο πολυτελές ρετιρέ του Καζάζη. Πέρασε κάμποση ώρα και δεκάδες άσχετοι μέχρι ο μουσικοσυνθέτης να βγει και με φούρια να στρίψει την πρώτη γωνία δεξιά. Τα πόδια του Χρήστου χρειάστηκαν πέντε δευτερόλεπτα έως ότου πειστούν να ξεκολλήσουν από το έδαφος και να τρέξουν πίσω από τον συνθέτη που τρία τετράγωνα πιο κάτω έμπαινε σε ένα πολυτελές καφέ. Ο άμοιρος καλλιτέχνης δείλιασε κι απόμεινε να κοιτάζει σαστισμένος τους βελούδινους καναπέδες και τα σκαλιστά τραπέζια, πολυτέλεια τόσο ξένη για αυτόν, τόσο όμως συνηθισμένη στον κύκλο του μουσικοσυνθέτη. Φιλιά, χειραψίες, αγκαλιές και πειράγματα, ένας κλειστός κύκλος που δεν έμελλε ούτε να τετραγωνιστεί ούτε να ανοίξει για τους ασήμαντους.

«Θείο, θα πάρεις ένα λαχείο;» του γέλασε ο πιτσιρικάς με το ξεδοντιάρικο στόμα.

Τι λαχείο να έπαιρνε, αναρωτήθηκε ο Χρήστος που στην τσέπη του κουδούνιζαν μερικά ευρώ όλα κι όλα. «Τα λεφτά πηγαίνουν πάντα στα λεφτά», κατέληξε απογοητευμένος κοιτάζοντας το πάνω-πάνω νούμερο. 14071979, η δική του ημερομηνία γέννησης.

Ο μικρός λαχειοπώλης έσπρωξε την πόρτα με μια τόλμη που μόνο οι πολύ νέοι και οι τρελοί διαθέτουν. Ο Χρήστος τον παρατήρησε για λίγο καθώς στεκόταν πάνω από την παρέα αγνοώντας επιδεικτικά τις κινήσεις αποπομπής από τους συνδαιτυμόνες.

Αυτός δεν είχε το κουράγιο του πιτσιρικά. Κάνοντας στροφή, επέστρεψε έξω από την πολυκατοικία του Καζάζη, πλησίασε το γραμματοκιβώτιο και με θρησκευτική ευλάβεια έριξε το φάκελο στη θυρίδα του συνθέτη. Σαν να είχε αδειάσει ξαφνικά, έσυρε τα βήματά του μέχρι τη γκαρσονιέρα του, ξάπλωσε κι έπεσε σε λήθαργο.

Ούτε ήξερε να πει πόσες ώρες κοιμόταν. Όταν επιτέλους άνοιξε τα μάτια, ένιωσε το ίδιο κενό, λες και όλη η ζωή είχε στραγγίσει από πάνω του. Μόνο να περιμένει απόμενε, ένα τηλεφώνημα, μια λέξη.

Οι μέρες έγιναν βδομάδες χωρίς ειδήσεις. Ο Χρήστος άτολμος από τη φύση του σε ό,τι αφορούσε το κυνήγι της επιτυχίας, είχε περιοριστεί να θηρεύει μια θέση υπαλληλίσκου στις αγγελίες των εφημερίδων. Το καινούριο του παλτό στεκόταν ατσαλάκωτο απέναντί του να του χαμογελάει μοχθηρά κοροϊδεύοντάς τον.

Δυο μήνες χωρίς νέα από τον Καζάζη. Να είχε άραγε παραπέσει ο φάκελος; Αποκλείεται! Το πιθανός σενάριο ήταν πως οι στίχοι του δεν άξιζαν δεκάρα τσακιστή, βορά τώρα στους ανέμους και τις βροχές, σκισμένα χαρτάκια σε χωματερή ή σε κάποιο κάδο ανακύκλωσης.

Ο Χρήστος σηκώθηκε από το κρεβάτι –μήπως και είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα;- να φτιάξει ένα καφέ να στυλωθεί, να πάει στη δουλειά που με χίλιους κόπους είχε βρει. Άναψε το γκάζι και το ραδιόφωνο μαζί. «Ακόμα δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια ανακοίνωνε θριαμβευτικά λίγο προτού περάσει στο δελτίο καιρού. Κούνησε αδιάφορα τους ώμους. Μία καφές, μισή ζάχαρη, ανακάτεμα, παύση. Το ραδιόφωνο συνέχιζε τη φλυαρία του. Ο καφές φούσκωσε, τον έχυσε στο φλιτζάνι. «Μεγάλη επιτυχία γνωρίζει ο καινούριος δίσκος του Θέμη Καζάζη. Στην πρώτη βδομάδα της κυκλοφορίας του έχει γίνει κιόλας πλατινένιος!» ανακοίνωσε η εκφωνήτρια τόσο περιχαρής λες και η επιτυχία ήταν όλη δική της. Η καρδιά του Χρήστου έχασε ένα χτύπο, τα χέρια του σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω από το φλιτζάνι.

«Στο κόσμο αυτό που ζήσαμε παρέα τα καπνίσαμε πακέτα τα τσιγάρα…»

Μα πώς; Αυτοί οι στίχοι ήταν δικοί του, τα κοκαλωμένα του χέρια τους είχαν γράψει στο χαρτί! «Μήπως είναι σύμπτωση;» πήγε να αποκοιμίσει τη συνείδησή του. Όμως όχι!

Η καρδιά και το μυαλό του Χρήστου γέμισαν φρίκη. Οι στίχοι οι δικοί του είχαν γίνει τραγούδι χωρίς να τον ρωτήσει κανείς, να τον ειδοποιήσει, να τον ενημερώσει! Ο θυμός ανέβηκε χολή στον λαιμό του, τα χέρια του τραντάχτηκαν από το τρέμουλο αδυνατώντας να συγκρατηθούν, στέλνοντας το περιεχόμενο του φλιτζανιού στον πιο κοντινό εχθρό, το παλτό που γελούσε με τον πόνο του.

«Πώς υπήρξα τόσο αφελής;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος σαν να μη μπορούσε ακόμα να πιστέψει το εξωφρενικό.

Το ίδιο απόγευμα άκουγε τον δίσκο που είχε γίνει κιόλας πλατινένιος. Δέκα τραγούδια δικά του όλα, κι όμως το όνομά του δεν υπήρχε πουθενά, τη δική του επιτυχία τη χαιρόταν ο Καζάζης, ο κάθε Καζάζης αυτού του κόσμου που θεωρεί τον εαυτό του έναν μικρό θεό.

Τι μπορούσε να κάνει τώρα; Τους στίχους δεν τους είχε κατοχυρώσει πουθενά. Ποιος θα τον πίστευε; Να τηλεφωνούσε του Καζάζη; Πού πήγαινε να μπλέξει; Θα έβαζε ο άλλος κανένα μεγαλοδικηγόρο και θα του έκανε τον βίο αβίωτο. Γιατί δυο μήνες δεν είχε ζητήσει να μάθει νέα του συνθέτη; Πώς στέλνεις κύριε ένα μάτσο στίχους και τους παρατάς στο έλεος του Θεού ενώ γνωρίζεις πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο;

Τέλος της εργάσιμης βδομάδας. Παρασκευή απογευματάκι, την ώρα που οι περισσότεροι σκέφτονται ένα αργόσχολο ραχατλίδικο Σαββατοκύριακο. Την ίδια ώρα ο Χρήστος νιώθει μοναχά τον χειμώνα, τον αέρα να τον περονιάζει και το κορμί του να αποζητάει τη θαλπωρή του παλτού. Το καημένο το παλτό που γνώρισε τον θυμό του, εκείνον τον θυμό που άξιζε να ξεσπάσει στην κασίδα του Καζάζη. Το καημένο το παλτό που τον περίμενε στο καθαριστήριο άσπιλο ξανά κι αμόλυντο!

Η κοπέλα ζητάει το απόκομμά του.

«Μη το τυλίξετε! Θα το φορέσω!» της λέει ο Χρήστος και νομίζει πως εκείνη του ρίχνει ήδη ματιές συμπόνιας.

Βγαίνει έξω, βάζει τα χέρια στις τσέπες, σφίγγει και ξεσφίγγει τα δάχτυλα, χαϊδεύει με ευγνωμοσύνη τη βελούδινη φόδρα. Θα του χρειαστούν μερικά δευτερόλεπτα μόνο για να καταλάβει πως πιάνει ένα χαρτί διπλωμένο στα δύο. Ακόμη και το αρρωστημένο φως της λάμπας αρκεί για να αναγνωρίσει το λαχείο. 14071979, κοιτάζει σαν χαμένος το μαγικό χαρτί. Ψάχνει ολόγυρα σαν να έχει καταληφθεί από τεταρταίο πυρετό. «Ακόμη δεν βρέθηκε ο υπερτυχερός του Πρωτοχρονιάτικου Λαχείου!» η εκφωνήτρια του τριβελίζει το μυαλό.

Προχωράει στα τυφλά, παραπατάει ζαλισμένος μέχρι που βλέπει το πρακτορείο. Σε μιαν άκρη της βιτρίνας τα μαύρα γράμματα σχηματίζουν έναν και μοναδικό αριθμό. Με οδυνηρή προσπάθεια αποκρυπτογραφεί τις κουκίδες που του μοιάζουν ξένη γλώσσα.

Γελάει, γελάει δυνατά! 14071979! Δεν θα μπορούσε να είναι άλλο! Σαν σε παραζάλη ο νους του γυρίζει πίσω, αναπλάθει μια σκηνή τρεις μήνες πριν. Ο μικρός λαχειοπώλης, η παρέα που στρογγυλοκάθεται αδιάφορη στη μιζέρια λίγα μέτρα μακριά, ο άνθρωπος που φοράει το ίδιο παλτό. Ο Καζάζης αγοράζει το λαχείο για να ξεφορτωθεί επιτέλους τον ενοχλητικό μικρό που τους χαλάει την ησυχία, το πετάει αδιάφορα στη τσέπη του πανωφοριού του. Γιατί να το γυρέψει αλήθεια; Έχει άλλα στο μυαλό του, ας πούμε πώς να κλέβει τους στίχους των ασήμαντων.

Γελάει, γελάει μοναχός του καθώς μεμιάς όλα ξεκαθαρίζουν. Το παλτό που φοράει δεν είναι το δικό του, είναι του Καζάζη. Κι ο Χρήστος μακαρίζει την ιδιοτροπία της τύχης που τον έκανε να χρησιμοποιήσει το καθαριστήριο που ο συνθέτης είχε στείλει το δικό του παλτό.

Άμα κλέψεις από τον κλέφτη, είσαι κι εσύ κλέφτης; Μπορεί! Όμως το 14071979 δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Και αν ακόμα είχε, δεν τα κατοχύρωσε κανείς.

«Τώρα το λαχείο είναι δικό μου, μοναχά δικό μου!» Ο Χρήστος γελάει ακόμα καθώς με μια αποφασιστική κίνηση σπρώχνει τη βαριά γυάλινη πόρτα του πρακτορείου.