«Η Σκωτία και η Βιομηχανική Επανάσταση» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Η Σκωτία και η Βιομηχανική Επανάσταση»

Γράφει ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

Σήμερα, όταν μιλάμε για τη Σκωτία, ο νους μας πάει σε έναν υπέροχο τουριστικό προορισμό, με ύπαιθρο και βουνά, κατοίκους με κιλτ και γκάϊντες, με δυο πόλεις, τη Γλασκώβη (το επιλεγόμενο και Σικάγο της Ευρώπης) και το Εδιμβούργο (ως και Αθήνα του Βορρά επονομαζόμενο) που -μαζί με το Λονδίνο- αποτελούν τις τρεις πόλεις της Μ. Βρετανίας που προσελκύουν τον μεγαλύτερο αριθμό τουριστών.

Τι ήταν αλήθεια η Σκωτία στις αρχές του 19ου αι., λίγο μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση; Μια ορεινή χώρα, χωρίς ιδιαίτερο πλούτο και με πολλά βουνά. Η Βιομηχανική Επανάσταση δεν ήταν απότομη και βίαια, ήταν όμως το είδος της επανάστασης που μπορούσες να το διακρίνεις στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι προσελκύονταν απ’ τα χωριά των επαρχιών στις πόλεις για δουλειά στα κλωστήρια. Στη Σκωτία ξεσπιτώνονταν απότομα για να πάνε στις πόλεις, να δουλέψουν στα κλωστήρια. Πρώτη ύλη ήταν το μαλλί. Όσο όμως αυξανόταν η ζήτηση για μαλλί, τόσο μεγάλωνε και η έλλειψη πρώτης ύλης. Έπρεπε λοιπόν να εκτραφούν περισσότερα πρόβατα και να εξαφανιστούν τα αντιπαραγωγικά γελάδια που ήταν ένας σημαντικός κλάδος της σκωτσέζικης οικονομίας (των απλών ανθρώπων, των Ορεινών ή Highlanders, και όχι της αριστοκρατίας που κατείχε το μεγαλύτερο μέρος της γης). Έπρεπε να βρεθεί χώρος για όσα γίνονταν περισσότερα πρόβατα για τις ανάγκες της βιομηχανίας. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: Η Σκωτία δεν έχει πολύ χώρο διαθέσιμο, λόγω του ορεινού της τοπίου, και σ’ αυτόν τον λίγο χώρο κατοικούσαν άνθρωποι. Από το 1811 έως το 1820, σύμφωνα με κοινούς υπολογισμούς, έδιωξαν γύρω στους 15.000 Ορεινούς κατοίκους από τα κτήματά τους για να δημιουργήσουν χώρο για τα πρόβατα. Ο John Kenneth Galbraith, στο έργο του «Η Εποχή της Αβεβαιότητας», περιγράφει την κατάσταση: «Το Σάντερλαντ, η βορειότερη από τις κομητείες της Σκωτίας, ανήκε κατά τα δυο τρίτα στην κόμισσα του Σάντερλαντ και στον σύζυγό της, τον μαρκήσιο του Στάφορντ. Μέσα στα κτήματά τους ήταν το Ναίηβερ, ένα στενό και άγονο λιβάδι που ήταν τότε πυκνοκατοικημένο. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοί του ξεσπιτώθηκαν. Τον Μάϊο του 1814 η επιχείρηση αυτή πήρε τη μορφή μιας τελικής λύσης. Τον Μάρτιο, οι Ορεινοί είχαν ειδοποιηθεί πως έχουν δυο μήνες προθεσμία να φύγουν, αλλά έμειναν εκεί γιατί δεν είχαν πού αλλού να πάνε. Οι πράκτορες λοιπόν του άρχοντα όρμησαν με αναμμένους δαυλούς τραβώντας μαζί τους άγρια σκυλιά. Με ιδιαίτερη επιμέλεια έκαψαν τις ξύλινες στέγες των σπιτιών, επειδή αυτό θα σήμαινε, σ’ αυτή την άδεντρη χώρα, ότι τα σπίτια δεν θα μπορούσαν να διορθωθούν και οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να ξαναγυρίσουν ποτέ πια εκεί. Όπως υποστήριξαν αργότερα ορισμένοι, μερικά σπίτια κάηκαν χωρίς να φροντίσει κανείς προηγουμένως να τα αδειάσει από τους πιο ηλικιωμένους και ανήμπορους ένοικους.

Τα πρόβατα, που πήραν τη θέση των ανθρώπων, απέφεραν πολύ περισσότερα εισοδήματα στους γαιοκτήμονες και μάλιστα, σύμφωνα μ’ έναν υπολογισμό, περίπου στις τρεις φορές περισσότερα. Είχαν ακόμα ένα πλεονέκτημα για τον άρχοντα: Κατά τη γνώμη του, τα κοντόμαλλα πρόβατα (σεβιότ) που τριγύριζαν στους λόφους ομόρφαιναν το τοπίο πιο πολύ από ό,τι οι «Ορεινοί»…

Οι άστεγοι πια και εξαθλιωμένοι κάτοικοι των Highlands δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μετοικήσουν στις μεγάλες πόλεις της Αγγλίας για να βρουν δουλειά. Επειδή όμως δεν είχαν κάποια εξειδίκευση -κτηνοτρόφοι οι πιο πολλοί- ήταν αναγκασμένοι να δώσουν την εργατική τους δύναμη στις κλωστικές (και άλλες) μηχανές της αριστοκρατίας του πλούτου που είχε ήδη αρχίσει να ακμάζει. Να σημειωθεί ότι όποιος δεν είχε χαρτί ότι δουλεύει κάπου θεωρούνταν αλήτης και φυλακίζονταν. Όπως είναι φυσικό, οι εξαθλιωμένοι άνεργοι, προκειμένου να επιβιώσουν και υποκινούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, στρέφονταν στην παρανομία και συνεπώς η εγκληματικότητα αυξήθηκε κατακόρυφα. Παράλληλα, είχαν να αντιμετωπίσουν και την καχυποψία των Άγγλων που τους θεωρούσαν ως παρείσακτους που τους έπαιρναν τις δουλειές.

Οποιαδήποτε λοιπόν σχέση με την σημερινή πραγματικότητα δεν είναι καθόλου συμπτωματική.