«Πολιτικό Μνημόσυνο» διήγημα της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα«Πολιτικό Μνημόσυνο»

Διήγημα της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα

«Ντροπής να τιμούν τη μνήμη του στο δημαρχείο, να έχουν έρθει υπουργοί και βου-λευτάδες και οι συναγωνιστές του, η σάρα και η μάρα, κι εμείς να λείπουμε».

Φώναζε η Νίνα πάνω από τα κεφάλια των αδερφιών της, που αραγμένα στο μπαλκόνι με το ουίσκι στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο, και με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη πλάσμα έβλεπαν τον αγώνα ΑΕΚ – Ξάνθη.

«Να πας μονάχη σου» είπε ο Τάκης και έφτυσε τον ηλιόσπορο στα πόδια της. «Εγώ δεν έρχομαι»

«Ούτε κι εγώ» πετάχτηκε ο Κώστας και έσκυψε μπροστά να δει τη φάση, φυσώντας τον καπνό του με μανία.

«Ούτε και γω» είπε ο Σπύρος ο μικρότερος. «Σκασίλα μου! Να κι αν τον τιμούν να κι αν δεν τον τιμούν! Για πες μας Νίνα. Πότε είδες εσύ τον θείο Τάκη, πόσες φορές σου πήρε σοκολάτα σαν θείος που ήταν -και τον σπούδασε ο πατέρας δικηγόρο- και πότε νοιάστηκε για σένα; Εγώ καλά – καλά ούτε που τον θυμάμαι τον σχωρεμένο, μήτε την πρώτη μας ξαδέλφη τη γνωρίζω. Τη δε μαντάμα, ούτε σταμπαριστή δεν την έχω δει»..

«Μα, μας προσκάλεσε ο δήμαρχος αυτοπροσώπως», απάντησε η Νίνα συγχυσμένη.

«Και χέστηκε η φοράδα στο αλώνι», πετάχτηκε ο Κώστας θυμωμένος. «Μας κάλεσε για να γεμίσει η αίθουσα. Σιγά μην πάει κανένας να ακούσει τα κατορθώματα του μπάρμπα. Άμα θες εσύ, πήγαινε. Εγώ δεν χάνω τον αγώνα για κάτι τέτοιες μαλακίες».

«Θα πάω εγώ ρε! Θα κάνω εγώ το χρέος μας. Θα πάρω όμως και την κόρη σου μαζί μου», είπε η θεία Νίνα και έσφιξε μες στη χοντρή παλάμη το χεράκι της Ρίτας, που κολλημένη πάνω στον πατέρα της, κοιτούσε γύρω – γύρω μασουλώντας τον δεξιό της δείκτη, που βουτούσε που και που στο ουίσκι του.

«Δεν πάτε να πνιγείτε κι οι δυο σας», φώναξε ο Σπύρος φουρκισμένος και την ξάμω-σε. «Νίνα, άντε δίνε του! Άδειασέ μας τη γωνιά. Άσε μας ήσυχους να δούμε τον αγώ-να».

Θεία και ανεψιά ξεκόλλησαν από την πολυκατοικία, που σαν τον Πύργο της Βαβέλ σείονταν απ’ τις φωνές και τα σφυρίγματα και τα γαβγίσματα του Φρίξου, του βρο-μόσκυλου του θείου Σπύρου.

***

Η αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου ήταν γεμάτη. Με το ζόρι στριμώχτηκαν κοντά στην πόρτα η θεία Νίνα και η Ρίτα, που όρθια δίπλα της έσπρωχνε με την πλάτη τον τοίχο πετώντας την κοιλιά της προς τα έξω και κοίταζε τις μύτες των παπουτσιών της που στράβωναν αστεία προς τα μέσα.

Οι επίσημοι κάθονταν στο τραπέζι απέναντί τους και πίσω από τα κεφάλια τους κρε-μόταν η φωτογραφία εκείνου του θείου, που έβλεπε η Ρίτα πάνω απ’ το προσκεφάλι του παππού της δίπλα από τα στέφανα και την εικόνα της Παναγιάς. Κι όλο έλεγαν για κείνον που τον έριξαν στο πέλαγο και τον έφαγαν τα ψάρια. Τον έσπρωξαν με το ζόρι εκείνοι οι άνθρωποι του δικαστή, όχι του δεσπότη, όχι όχι του διχτάτορα που θύμωσε έλεγαν που ήταν ο θείος δικηγόρος και υπεράσπιζε όσους ήθελαν να τον φάνε τον διχτάτορα και κείνος είπε να τον φάνε οι κροκόδειλοι τον θείο, αλλά που να βρεθούν κροκόδειλοι στο Αιγαίο; Μάλλον θα νόμιζε ο διχτάτορας πως ζούσε στην Νότια Αμερική, όπου υπάρχουν ένα σωρό κροκόδειλοι και τόπε και ο ΣΚΑΙ, ότι κυκ-λοφορούν ελεύθεροι στους δρόμους και στις αυλές και τρώνε και κάνα παιδάκι, όπως έλεγε η μαμά όταν η Ρίτα έκανε κάποια ζημιά. Μα τέλος πάντων, διχτάτορας ήταν ότι ήθελε έκανε και θα μπορούσε να τη βαφτίσει την Ελλάδα και Χιλή, είπε ένας άλλος.

Ήταν περήφανος και δια-διανοόβολος, έτσι τον είπαν τον αδερφό του παππού και τον θείο του μπαμπά της, και τι να κάνει τώρα η ομάδα τους, είναι μακριά να ακούσει τις γουρούνες που ο Γιωργάκης, ο πρώτος ξάδερφός της σε κάθε γκολ πετάει στην τα-ράτσα του ακατοίκητου σπιτιού απέναντί τους.

Κι έπειτα πήρε το μικρόφωνο εκείνος ο πανύψηλος, ο Αρναούτογλου, όχι ο Ευαγγε-λάτος, όχι ο Εισαγγελάτος που χρεώθηκε τη δολοφονία του θείου στη Μυτιλήνη, είναι σίγουρο όχι στη Χίο, και είπε δεν τον έπνιξαν τον θείο, αλλά τον σκότωσαν δέρνοντάς τον οι παρα, πάρα-κρατικοί κι ότι αυτός τα έγραψε χαρτί και καλαμάρι και τα ’στειλε στο κανάλι, όχι στο υπουργείο και του ’πε ο γραμματέας να τη θάψει την υπόθεση μη θάψουνε και κείνον.

Η υπόθεση πάντως ήταν για τη Ρίτα, αν σκόραρε η ομάδα και αν τέλειωνε ο αγώνας και πως έπρεπε κείνη την ώρα να είναι στη βεράντα του θείου Σπύρου για να ουρλιάζει με τον Φρίξο, τον πατέρα και τους θείους της, που όλο την λεν την μπάλα γαμημένη και καριόλα και όλο στολίζουν τον πούστη και τον πουτάνας γιό τον μπάσταρδο τον διαιτητή, που απ’ όσα λεν για αυτόν δεν φαίνεται να τον πολυσυμπαθούν.

Κουράστηκε η Ρίτα ώρες όρθια κι ένα ζεστό υγρό, αφού διέτρεξε τα πόδια της, σχη-μάτισε γύρω απ’ τα βρεγμένα κόκκινα παπούτσια της μια κίτρινη γυαλιστερή λιμνού-λα, που μόλις έδειξε στη θεια της, την έσυρε με βία έξω, την ώρα που το Δημαρχείο σείστηκε από τα χειροκροτήματα. Σίγουρα είδαν τη λιμνούλα και τη θαύμασαν! Στα τρία χρόνια της η Ρίτα εισέπραξε το πρώτο χειροκρότημα.

_________________________________________

 Δείτε ακόμα: «Διηγήματα – άρθρα» της Χρυσούλας Σ. Γεωργούλα