Συνέντευξη του Νίκου Σαραντάκου στον Βασίλη Συμεωνίδη

Νίκο, μοιάζεις άνθρωπος εύκολος στην επικοινωνία και ταυτόχρονα πολυπράγμονας, όπως δείχνει η δημόσια παρουσία σου. Έχεις χρόνο για τους ανθρώπους που αγαπάς; Βρίσκεις χρόνο για μια χαλαρή, ευχάριστη κουβέντα με φίλους; 

Ευτυχώς που δεν είσαι μπαμπινιωτικός, διότι κατά Μπαμπινιώτην το «πολυπράγμων» είναι κακόσημο! Δίκιο έχεις να λες ότι το ιστολόγιο απορροφάει πολύ χρόνο. Με το να μοιράζομαι σε δυο χώρες, ποτέ δεν χορταίνω τις επαφές με τους ανθρώπους που αγαπάω -από την άλλη, με το Διαδίκτυο κάνεις και καινούργιους φίλους.

Ομολογώ ότι η επιλογή ανάμεσα  στο «πολυπράγμων» ή το «πολυπράγμονας» αφορούσε την επόμενη ερώτηση. Συμφωνούμε στην επιλογή. Ωστόσο στα σχολεία μας, από το δημοτικό ακόμη, έχουμε επίμονη διδασκαλία λόγιων τύπων που έρχονται σε αντίθεση με το γλωσσικό αισθητήριο των μαθητών. Για παράδειγμα, διδάσκουμε τις αρχαίες μετοχές σε -ων, -ούσα, -ον σαν επίθετα και αγνοούμε την εξομάλυνσή τους. Στην Ε δημοτικού οι μαθητές πρέπει να κάνουν φράσεις με το «μέλλων, μέλλουσα, μέλλον» σαν επίθετα. Τι μπορεί να εξυπηρετεί κάτι τέτοιο εφόσον έχουμε το «μελλοντικός, -η, -ό»;

Εδώ θα σου πει ο άλλος ότι το παιδί θα χρειαστεί μερικά στερεότυπα όπως ‘η μέλλουσα ζωή’, ή ότι κάποιες άλλες αρχαίες μετοχές δεν έχουν βρει εναλλακτικές, όπως π.χ. «ο τρέχων». Θα έπρεπε πάντως η γραμματική να αναφέρει (ομολογώ ότι δεν θυμάμαι τι γράφει) ότι οι «μετοχές» αυτές συνήθως εξομαλύνονται, όταν χρησιμοποιούνται σαν ουσιαστικά. Πάντως, καλώς ή κακώς, νομίζω πως κάποιοι ασυμμόρφωτοι τύποι δεν μπορούν πια να εξοβελιστούν. Λογουχάρη, τα επίθετα σε -ής δεν αποφεύγονται, κι ας λέει ο (άγιος κατά τ’ άλλα) Κριαράς. Οπότε θα εξομαλυνθούν λαϊκά και άτσαλα (του διεθνή ποδοσφαιριστή, η διεθνή κατακραυγή, της διεθνής αναγνώρισης, ουδέτερο δεν έχει) ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε να κάνουμε λάθος τους λόγιους τύπους (το διαμπερί διαμέρισμα κτλ.)

Αναφέρεσαι στην Γραμματική. Τελευταία υπήρξαν συζητήσεις για τη σχολική γραμματική. Πρώτα, η αντικατάσταση της «αναπροσαρμοσμένης» Γραμματικής Τριανταφυλλίδη, που χρησιμοποιούνταν στα Γυμνάσια από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, από άλλη που συντάχτηκε από δύο πρόσωπα και όχι κάποια ομάδα. Ποια είναι η γνώμη σου για τη σημασία μιας σχολικής Γραμματικής; Πώς αυτή θα πρέπει να συντάσσεται;

Η αντικατάσταση της Γραμματικής Τριανταφυλλίδη δεν είναι κακό πράγμα από μόνο του, η γλώσσα εξελίσσεται οπότε πρέπει κι η γραμματική να επικαιροποιείται. Έχω υπόψη μου την κριτική που έχεις ασκήσει στη Γραμματική του Γυμνασίου και συμφωνώ μαζί σου ότι αν την αναλάμβανε ένας φορέας όπως το ΚΕΓ θα είχε τουλάχιστον εξασφαλιστεί η συμβατότητα ανάμεσα στα διάφορα διαδοχικά βιβλία γραμματικής που θα συναντήσει ο μαθητής. Ωστόσο, δεν θα συμφωνήσω πια με τη θέση που πολλοί εκφράζουν (κι εσύ στο άρθρο σου), ότι τα λόγια στοιχεία πρέπει να διδάσκονται σε παράρτημα. Δυστυχώς, βρισκόμαστε πια σε μια θέση που μάς έχει σκαλώσει στο λαιμό το λόγιο στοιχείο, κι ούτε να το καταπιούμε μπορούμε ούτε να το φτύσουμε. Οπότε, θα συνεχίσουμε με τα «παχέων αγελάδων» και «βαρέΩς τύπου», περίπου σαν τους καβαφικούς Ποσειδωνιάτες, και ίσως σε δυο-τρεις αιώνες να δούμε τι θα γίνει με το σκαλωμένο κόκαλο.

Με τη σχολική Γραμματική δημιουργήθηκε και το ζήτημα των φωνηέντων. Το καλοκαίρι του 2012 ανέκυψε η αμφισβήτηση για το αν είναι πέντε, και μάλιστα από κείμενο δασκάλας. Για το θέμα τοποθετήθηκαν και 140 γλωσσολόγοι. Για ποιο λόγο τέτοια ζητήματα γίνονται αντικείμενο αντιπαράθεσης; Τι δείχνουν όλα αυτά για τον δάσκαλο του σχολείου, για τον επιστήμονα γλωσσολόγο;

Η περίφημη «Φωνηεντιάδα» ήταν μια πολύ διδακτική αντιπαράθεση, με βασικό όχημα το Διαδίκτυο (εκεί δημοσιεύτηκε το γράμμα της δασκάλας, εκεί και οι απαντήσεις των γλωσσολόγων κτλ.). Ο βαθύτερος φόβος των περισσότερων από αυτούς που αντέδρασαν ήταν ότι η δήθεν κατάργηση του η και του ω προμηνύει την καθιέρωση φωνητικής ορθογραφίας ή/και την εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου. Φυσικά, οι ενορχηστρωτές της σκοταδιστικής εκστρατείας (της δασκάλας συμπεριλαμβανομένης) δεν παρέλειψαν να επιτεθούν και στη δημοτική, το μονοτονικό, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 κτλ. Οι επιστήμονες γλωσσολόγοι αυτή τη φορά αντέδρασαν σωστά και ελπίζω πως κατάλαβαν ότι πρέπει να εκλαϊκεύουν καλύτερα και περισσότερο τις απόψεις τους. Ωστόσο, φαίνεται πως πολλοί δάσκαλοι και φιλόλογοι έχουν γαλουχηθεί με διάφορα γλωσσικά ιδεολογήματα, εντελώς αβάσιμα, που τα μεταφέρουν και στους μαθητές τους.

Ξαναρχόμαστε σε σένα. Πώς βρέθηκες στο Λουξεμβούργο;

Δουλεύω μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εδώ και πολλά χρόνια. Είχα τελειώσει χημικός μηχανικός αλλά κατάλαβα ότι δεν μου ταιριάζει, οπότε πέρασα μερικά χρόνια δουλεύοντας ως φριλάνς μεταφραστής λογοτεχνικών και άλλων βιβλίων. Κάποια στιγμή είδα μια προκήρυξη για έναν διαγωνισμό μεταφραστών, και από τότε κάνω αυτή τη δουλειά.

Το ενδιαφέρον και οι γνώσεις σου για τη γλώσσα είναι ζήτημα των σπουδών και της δουλειάς σου ή – περισσότερο – «ερασιτεχνική» ενασχόληση;

Έχω σπουδάσει και αγγλική φιλολογία, δεύτερο πτυχίο, αλλά θα έλεγα ότι περισσότερο είναι ερασιτεχνική ενασχόληση, αφού και τη μετάφραση δεν τη σπούδασα, την έμαθα στου κασίδη το κεφάλι. Το κακό είναι ότι επειδή κάποια πράγματα δεν τα έχω διδαχτεί στο θρανίο, δεν τα κάνω με τους κανόνες της τέχνης.

Με αφορμή τα γλωσσικά θέματα παίρνεις θέση και σε ζητήματα της επικαιρότητας. Τα κείμενά σου δεν μένουν στα αυστηρά επιστημονικά όρια, αλλά προχωρούν στις ιδεολογικές συνεπαγωγές που μας οδηγούν στην πολιτική και στην κοινωνία. Θα μπορούσε να είναι αλλιώς;

Σε τόσο έντονους καιρούς νομίζω πως δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Λέω βέβαια στο ιστολόγιο ότι «εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν πολιτικολογούμε», αλλά είναι περισσότερο μια ατάκα, στην πραγματικότητα κάνουμε και τα δύο.

Έχεις εκτεθεί πολιτικά με άλλον τρόπο, εκτός από τη συγγραφή κειμένων;

Στα φοιτητικά μου χρόνια, ναι. Από τότε που βρέθηκα εκτός Ελλάδος, έχω από τα πράγματα λιγότερες ευκαιρίες. Βέβαια, στον εικονικό κόσμο του Διαδικτύου εκτίθεμαι, όπως και πάρα πολλοί άλλοι.

Πώς διάλεξες τον τίτλο του ιστολογίου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία»;

Με γοήτευαν οι ιστορίες των λέξεων, αφού πέρασα πολλά χρόνια μελετώντας το θέμα και διαβάζοντας βιβλία αποφάσισα ότι θέλω να γράψω (ή να γράφω) ιστορίες λέξεων, που κάποιες από αυτές τις δημοσίευα στην παλιά μου ιστοσελίδα (www.sarantakos.com), όπου από το 2004 και μετά ανέβαζα πολύ ταχτικά υλικό, αλλά βέβαια μου έλειπε η επικοινωνία και η αμεσότητα των ιστολογίων. Τότε μου ήρθε και η έμπνευση για τον τίτλο αυτό, μίμηση φυσικά του τραγουδιού του Λοΐζου· πρώτα τον χρησιμοποίησα για τίτλο στη μηνιαία στήλη μου στην Αυγή, και 3-4 μήνες ύστερα, όταν αποφάσισα να ανοίξω ιστολόγιο, του έδωσα τον ίδιο τίτλο, που άλλωστε μετά τον χρησιμοποίησα και για ένα βιβλίο μου.

Η ιστορία των λέξεων είναι μέρος της ανθρώπινης ιστορίας;

Έτσι νομίζω. Και ανιχνεύοντας την ιστορία των λέξεων, τις αλλαγές σημασίας τους μέσα στους αιώνες, τα δάνεια και τα αντιδάνεια, βλέπουμε πώς σκέφτονταν οι παλιότεροι, πώς ερμήνευαν τον κόσμο τους. Η ιστορία των λέξεων δείχνει πως δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρξουν γλώσσες ανόθευτες, χωρίς επαφές, αφού οι άνθρωποι και οι πολιτισμοί πάντοτε βρίσκονταν σε επαφή και αλληλεπίδραση.

Αν και το «Διαδίκτυο» είναι πετυχημένη μετάφραση του «Ίντερνετ», το δεύτερο συνεχίζει να χρησιμοποιείται. Ποια νομίζεις ότι θα είναι η εξέλιξη των δύο λέξεων;

Οι προφητείες στη γλώσσα είναι πράγμα πολύ επικίνδυνο, όπως μπορείς να διαπιστώσεις αν κοιτάξεις τα γραφτά μέγιστων γλωσσολόγων του παρελθόντος· οι περισσότερες δεν επαληθεύονται. Με αυτή την προειδοποίηση, νομίζω πως οι δυο λέξεις θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν· σε πιο επίσημο ύφος θα έχουμε το Διαδίκτυο, σε πιο ανεπίσημο το «Ίντερνετ». Αν και πρέπει να σου πω ότι εγώ και κάμποσοι άλλοι, μάλλον η μειοψηφία, δεν λέμε Ίντερνετ, που προσωπικά μού είναι εντελώς ξένο μια και είναι αγγλικά και όχι ελληνικά, αλλά Ιντερνέτ, όπως επίσης δεν λέμε ρεπορτάge όπως η κυρία Τρέμη αλλά ρεπορτάζ (εδώ μάλλον είμαστε πλειοψηφία). Όσο για το γραπτό λόγο, με ενοχλεί πολύ, πρέπει να το πω κι ας φαίνομαι αντιδραστικός, η τάση πολλών να γράφουν όχι μόνο Internet, αλλά και… sexy ή star, και πολύ περισσότερο τα υβρίδια του τύπου googlάρω. Αυτός ο υγειονομικός διαχωρισμός (με τη γραφή ή αλλού με την κλίση, πρβλ. το φριχτό «τα παλτό») του ελληνικού από το ξένο μου φαίνεται σχεδόν ρατσιστικός· αλλά μάλλον είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

Και για να κλείσουμε επιστρέφοντας στην αρχή της κουβέντας: γνώρισες από κοντά κάποιους από τους διαδικτυακούς φίλους; Ποια αίσθηση σου προκάλεσε η άμεση συζήτηση μαζί τους;

Ναι, από το 1996 γνωρίζω διαδικτυακούς (ή ιντερνετικούς) φίλους, και με μερικούς από αυτούς έχω φτιάξει πολύ καλές και γερές φιλίες και στην «πραγματική ζωή». Όταν επικοινωνείς με κάποιον χωρίς να τον ξέρεις και να τον έχεις δει, όταν ανταλλάσσετε απόψεις μέσα από τα κοινωνικά μέσα ή, πιο παλιά, με ηλεταχυδρομείο, λογικό είναι να πλάσεις με το μυαλό σου μιαν εικόνα του συνομιλητή σου, να τον φανταστείς έτσι ή αλλιώς· όταν τον συναντήσεις, σχεδόν πάντοτε θα είναι διαφορετικός από την εικόνα που έχεις πλάσει· αλλά αυτό το ξάφνιασμα κρατάει λίγο. Με τους περισσότερους από τους διαδικτυακούς φίλους που έχω συναντήσει θέλησα να ξανασυναντηθώ και με πολλούς από αυτούς το έχω ήδη καταφέρει. Γενικά, η δυνατότητα να γνωρίζεις ανθρώπους ομοϊδεάτες, ομότεχνους, ομοιοπαθείς είναι ένα από τα μεγάλα δώρα του Διαδικτύου.

_________________________________________

Ο Νίκος Σαραντάκος γεννήθηκε στο Παλαιό Φάληρο το 1959. Σπούδασε χημικός μηχανικός και αγγλική φιλολογία. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων και άλλα βιβλία, τελευταίο το «Γλώσσα μετ’ εμποδίων» το 2007, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» το 2009, «Λέξεις που χάνονται» το 2011, «Οπωροφόρες λέξεις» το 2013. Δουλεύει μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα σε Λουξεμβούργο και Ελλάδα. Από τον Φεβρουάριο του 2009 διατηρεί το ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».