«Ο εορτασμός του Οσίου Αντωνίου του εκ Βεροίας στην Αγιά» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Ο εορτασμός του Οσίου Αντωνίου του εκ Βεροίας στην Αγιά»

horizontal-bar-posts-small
Αχιλλέας Ε. Αρχοντής Γράφει ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής
horizontal-bar-posts-small

Η Αγιά, έδρα του ομώνυμου Δήμου, σε απόσταση 36 χλμ. από τη Λάρισα και η Βέροια της Ημαθίας, έχουν ένα κοινό σημείο: Έχουν ως πολιούχο Άγιο τον Όσιο Αντώνιο τον  Νέο τον εκ Βερροίας. Πώς γίνεται όμως δυο πόλεις, τόσο μακριά η μια από την άλλη να έχουν κοινό πολιούχο; Και ενώ για την Βέροια είναι λογικό να τιμάται ένας τοπικός άγιος, για την Αγιά φαίνεται λίγο παράξενο. Ο λόγιος Θεόδωρος Χατζημιχάλης από το χωριό Ρέτσιανη (σημ. Μεταξοχώρι) στο χειρόγραφό του με τίτλο: « Η εν Αγυιά πανήγυρις της Α’ Σεπτεμβρίου» αναφέρει: «Πολλές πόλεις καυχώνται ότι διατελούν υπό την επίβλεψη και άγρυπνη προστασία Αγίων, που για να τους τιμήσουν έχτισαν μεγαλοπρεπείς ναούς όπου συρρέουν προσκυνητές. Η Αγυιά όμως δικαιούται να σεμνύνεται ότι έχει δυο πολιούχους: Ο ένας είναι ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας ο εξ Αιγύπτου και ο άλλος ο Άγιος Αντώνιος ο Νέος ο εκ Βεροίας, η τιμή και προσκύνηση του οποίου ήρθε στην Αγυιά περί τα μέσα του 16ου αιώνα, από Βλάχους Βεροιείς πρόσφυγες που ήρθαν μετά από την άλωση  της πόλης τους από τους Οθωμανούς ιδρύοντας, τον Βλαχομαχαλά» κάτι που επιβεβαιώνει και ο Μιλτιάδης Δάλλας στο βιβλίο του «Η Αγυιά δια μέσου των αιώνων», αλλά και άλλοι ιστορικοί όπως ο Γ. Κορδάτος.

 Κατά την τοπική παράδοση, που διασώζει ο Θ. Χατζημιχάλης, η εικόνα του Αγίου ήταν σ’ έναν ορνιθώνα στο φτωχό σπιτάκι ενός γεωργού. Ο γεωργός, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, είδε στον ύπνο του τον Όσιο Αντώνιο που του ζήτησε να βρει την εικόνα του και να χτίσει έναν ναό προς τιμήν του, αλλά να αφήσει τον ορνιθώνα με την εικόνα έξω από τον ναό για να τον προσκυνούνε οι πιστοί ανά πάσα ώρα και στιγμή της ημέρας ή της νύχτας. Του υπέδειξε μάλιστα πού να σκάψει και να βρει θησαυρό για την ανέγερση του ναού, εφιστώντας του την προσοχή να μην κρατήσει για τον εαυτό του «ούτε ένα άσπρο».

Ο γεωργός όμως, δεν εκπλήρωσε επακριβώς την επιθυμία του Αγίου και κράτησε χίλια γρόσια για τον εαυτό του. Σκέφτηκε ότι ήταν περιττό να τα δαπανήσει όλα, αφού έχτισε το ναό. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και ο γιός του τρελάθηκε τόσο πολύ, που όχι μόνο τους γονείς του έδερνε, αλλά και όλους τους περαστικούς. Οι γονείς του κατάλαβαν τα αίτια της τρέλας του και με τα χίλια γρόσια διακόσμησαν το ναό με κανδήλες, εικόνες και πολυελαίους, και έδεσαν το γιό τους με μια αλυσίδα δίπλα στον ορνιθώνα όπου βρίσκεται ακόμα και σήμερα η εικόνα του Αγίου, που ως γνωστόν θεράπευε τους τρελούς. Πράγματι, μετά από 40 μέρες ξαναβρήκε τα λογικά του. Τότε, και οι τρεις τους αφιερώθηκαν στην υπηρεσία του θαυματουργού Αγίου. Είναι δε πολύ παλιά συνήθεια να συρρέουν την παραμονή της εορτής του Αγίου και να διανυκτερεύουν στο σημείο αυτό όσοι πάσχουν από ψυχικά νοσήματα, δεμένοι με αλυσίδες δίπλα στην εικόνα του Αγίου. Ο κρίκος της αλυσίδας σώζεται ακόμα και σήμερα πίσω από την κόχη του ιερού του ναού.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ, ότι στις 17 Αυγούστου του 1951, 250 από τους 4.000 κατοίκους του Pont Saint Esprit της Γαλλίας τρελάθηκαν, είχαν ψευδαισθήσεις, χτυπιόντουσαν στα κρεβάτια τους, έτρεχαν τρελά στους δρόμους και είχαν έντονο το αίσθημα ότι καιγόντουσαν τα άκρα τους.Η διάγνωση της τρέλας ήταν ταχύτατη. Όλοι έπασχαν από τη «Φωτιά του Αγ. Αντωνίου», μια φοβερή ασθένεια, η οποία ήταν κοινή κατά το Μεσαίωνα. Η αιτία ήταν: δηλητηρίαση από ένα μύκητα (ergot), που μεγαλώνει στη σίκαλη. Ο μύκητας μόλυνε το αλεύρι της σίκαλης το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή ψωμιού. Από τον μήκυτα αυτό ο Ελβετός χημικός Albert Hofmann (1906-2008) έλαβε το λυσεργικό οξύ για να παρασκευάσει το διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος ή διαιθυλολυσεργαμίδιο, ευρύτερα γνωστό ως LSD.

 Η πιο σωστή ημερομηνία τιμής του Οσίου Αντωνίου του Νέου είναι η 1η Σεπτεμβρίου επειδή και στη Βέροια αρχικά ετιμάτο εκείνη την ημέρα. Τελούνταν πρώτα η εμπροπανήγυρις της Αγίας Ιερουσαλήμ που έζησε και μαρτύρησε στη Βέροια τον 3ο αιώνα και ακολουθούσε η πανήγυρις του Οσίου Αντωνίου. Οι Βεροιείς θυμούνται ακόμα το παλιό τους έθιμο και φέρνουν σαν παράδειγμα τους Αγυιώτες που και τώρα εορτάζουν από 1 έως 8 Σεπτεμβρίου τους Άγιους Αντώνιους. Το πανηγύρι της 1ης Σεπτεμβρίου είναι παλιά συνήθεια εις μνήμην των Αγίων και συγχρόνως πανήγυρις εμπορικής και οικονομικής σημασίας. Κατά τον 18ο αιώνα, εποχή μεγάλης ακμής της Αγυιάς, είχε εμβέλεια και εκτός Θεσσαλίας, στην Μακεδονία και στην Ήπειρο.

Η εμποροπανήγυρις γινόταν με μεγάλη τάξη και συγκέντρωνε πολύ κόσμο απ’ όλες τις περιοχές. Η αγοραπωλησία των ζώων διαρκούσε τρεις μέρες, υπήρχαν δε ειδικά σημεία όπου δοκιμάζονταν η ταχύτητα, η αντοχή, κλπ των ζώων, κυρίως των αλόγων. Ερχότανε ζωέμποροι, κυρίως Γκαραγκούνηδες και Κεσερλιώτες (σημ. Συκούριο), αλλά και Ρουμελιώτες, κυρίως από τη Λαμία, με τα ζώα τους και τις ζωοτροφές τους. Την πρώτη θέση όμως στους πωλητές είχαν οι χρυσικοί, ιδίως οι Σελιτσανιώτες (σημ. Ανατολή Αγιάς) που ήταν ειδικοί στην τέχνη αυτοί. Μετά ήταν οι στραγαλατζήδες, οι παπουτσήδες, οι λαγηνάδες, Τυρναβίτες κυρίως, οι κατασκευαστές ξύλινων σκευών, οι πωλητές κουδουνιών για τα ζώα, οι χαλβατζήδες, και άλλοι. Στο σημείο πάνω από τη γέφυρα ήταν οι γυναίκες, ως επί το πλείστον Βλάχες, που πουλούσαν βελέντζες, χράμια, σκουτιά, σαμαροσκούτια, τσερέπια, κάππες, σαλβάρια και οποιοδήποτε άλλο προϊόν της υφαντουργίας του τόπου τους. Έρχονταν ακόμα και δερματέμποροι από την Κοζάνη και τα Γιάννινα αλλά και Αμπελακιώτες που αγόραζαν τους περίφημους τσικμέδες της Αθανάτης και της Ρέτσιανης και τους μεταπωλούσαν στις αγορές της Βιέννης και της Τεργέστης σε υψηλές τιμές. Οι συναλλαγές γίνονταν σε όλα τα νομίσματα της εποχής – λίρες, ναπολεόνια, δουβλόνια, βενετικά φλουριά, κολωνάτα, δίστηλα και λοιπά – η δε εκτίμησή τους και αποτίμησή τους σε τουρκικά γρόσια γίνονταν από ειδικούς νομισματογνώμονες.

 Εκτός απ’ αυτά όμως, γίνονταν, τη δεύτερη μέρα, και αγώνες πάλης, πυγμαχίας και άλματος τους οποίους παρακολουθούσαν και οι πιο επιφανείς Οθωμανοί, Λαρισαίοι και Κεσερλιώτες αλλά και από πιο μακριά. Κάθονταν, Οθωμανοί και Χριστιανοί, ανάλογα με την τάξη τους και πίσω τους ήταν ο λαός όρθιος. Διακρίνονταν κυρίως Αιθίοπες πελώριοι, δούλοι μπέηδων και αγάδων, αγορασμένοι επί τούτω από τους αφέντες τους. Οι νικητές έπαιρναν περίπου 50 γρόσια ως αμοιβή ενώ ο τελάλης έβγαζε και δίσκο στο κοινό για να αυξηθεί η αμοιβή του. 

 Η 1η Σεπτεμβρίου του 1881 εορτάζεται και ως η ημέρα της ενσωμάτωσης της Αγιάς στο Ελληνικό κράτος, όταν ο ελληνικός εισήλθε νικητής στη Λάρισα. Ο εχθρικός στρατός αποχώρησε αναιμάκτως, επειδή, σύμφωνα με την παράδοση, ο Τούρκος διοικητής ήταν τόσο προληπτικός, που φοβήθηκε μια κακοσημαδιά την παραμονή της απελευθερώσεως της Αγυιάς: Καθώς περπατούσε εκείνη την ημέρα, πέρασε μπροστά του μια γάτα (ή ένας λαγός) κι αυτό το θεώρησε κακό οιωνό, γλυτώνοντας την περιοχή απ’ την  περιπέτεια μιας μάχης με απρόβλεπτες συνέπειες για τον άμαχο πληθυσμό. Τότε πρωτοακούστηκε  και το νέο τραγούδι της εποχής εκείνης, το οποίο παραθέτει ο Θεόδωρος Χατζημιχάλης, ως δηλωτικό των τότε εθνικών  πόθων:

Το μάθατε τι έγινε; Τώρα στα ογδονταένα,

Να μην παντρευτεί κανένα!

Ο Βασιλιάς παίρνει στρατό απ’ το Εικοσιένα

Μέχρι του Τριανταένα,

Τη σημαία για να στήσουν,

Στην Τουρκιά για να κινήσουν!

Μέσα στης Λάρσας τα τσιαρσιά,

Στην περίφημη την πόλη

Εκεί θα μαζωχθούμε όλοι.

Στα Φέρσαλα μεσ’ στα τζαμιά

Ο στρατός θα κατοικήσει,

Κι ύστερα θα τα γκρεμίσει.

Ο Βασιλιάς τους έκρινε «Παιδιά κοντοσταθείτε,

Κι ό,τι θέλετε ζητείτε!»

«Μεις θέλουμε τα Γιάννινα,

Ήπειρο και Θεσσαλία,

Κρήτη και Μακεδονία!»

Έκτοτε το πανηγύρι της Αγυιάς συνεχίζεται έως κι σήμερα,  με διπλή εορτή: Αυτή των Αγίων Αντωνίων, του Μεγάλου και του Νέου του εκ Βεροίας και αυτήν της απελευθερώσεως της Αγυιάς την 1η Σεπτεμβρίου 1881.   

Πηγές: α) Μ. Δάλλα: «Η Αγυιά δια μέσου των αιώνων», β) Θ. Χατζημιχάλη: «Η εν Αγυιά πανήγυρις της Α’ Σεπτεμβρίου», ή όπως εκδόθηκε από τον Γ. Σακελίωνα: «Ένα πανηγύρι στα χρόνια της σκλαβιάς» γ) π. Νεκτάριου Δρόσου: «Η ενορία των Αγίων Αντωνίων Αγιάς», δ) Γ. Κορδάτου: «Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς», ε) http://www.chem.uoa.gr/chemicals/chem_LSD.htm

Δείτε επίσης: «Ιστορίες Ανθρώπων» του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

________________________________________________________

σ. σ. Στο άρθρο χρησιμοποιήθηκε η σύγχρονη ορθογραφία της λέξης «Βέροια».