«1982 λέξεις για την γραφή της γλώσσας  (σε τέσσερις ενότητες)» του Βασίλη Συμεωνίδη1982 λέξεις για την γραφή της γλώσσας  (σε τέσσερις ενότητες)

Γράφει ο Βασίλης Συμεωνίδης

1/ για την αγραμματοσύνη

Το ελληνικο εκπαιδεφτικο συστημα και στην οργανωση των σχολιων και στα προγραμματα, και στη μορφωση των δασκαλων και στη διοίκηση και στα υλικα μεσα της αγωγης ειναι απολυτα καθυστερημενο και χρειαζεται ριζικη αναδιοργανωση.

Ειναι ολοφανερα τα μεσα, που επιβαλλονται για τη θεραπεια ως προς την ορθογραφια:

Η σημερινη ελληνικη ορθογραφια δε μπορει να κρατηθει. Οι λυσεις ειναι τρεις: 1) ν’ απλοποιηθει το σημερινο oρθoγραφικo συστημα συντηρητικα. Δηλαδη: Να καταργηθoυν τα διπλα συμφωνα παντου. Το αυ, ηυ, ευ, να γραφονται οπως προσφερονται. Η συνιζηση να γραφεται παντου με ι. 2) Να εισαγαγουμε τη φωνητικη ορθογραφια. Να μελετησουμε ένα τέτοιο συστημα. 3) Να παρουμε το λατινικο αλφαβητο. Την τριτη λυση θεωρουμε για την καλυτερη, γιατι πρωτα πρωτα μας εισαγει μoρφικα στην οικογενεια των εβρωπαϊκων λαων, επειτα λυνει με μιας ολοκληρο το ορθογραφικο προβλημα. Δε θα μπορει και θελοντας κανεις ν’ ανορθογραφησει. Τριτο και πολυ σπουδαιο: Διατηρει ανεπαφη την ορθογραφια της αρχαιας και της αρχαϊζουσας, δε δημιουργει επομενως, διπλες οπτικες εικονες για καθε λεξη. Ετσι η ψυχολογικη αντισταση για ολους μας υπερνικιεται με μιας και εφκολυνονται, οσοι θα μαθαινουν τα αρχαια ελληνικα. Ως προς το ζητημα του «Εθνικου φιλοτιμου» αρκει να υπενθυμισουμε, πως και οι προγονοι-μας το αλφαβητο το πηραν απο τους Φοινικες και ακομα πως το Λατινικο αλφαβητο καταγεται απο το ελληνικο.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από κείμενο του Δημήτρη Γληνού, ελαφρώς τροποποιημένο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πρωτοπορία, τομ. 1930, σελ. 76-77. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται σε μια ανθολόγηση των εκδόσεων «Καλβος» με τον τίτλο Φωνητική Γραφή (Αθήνα 1980).

Το ανέβασα παλιότερα σε κάποιο φόρουμ χωρίς τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Έκανα την μικρο-απάτη για να διαβαστεί το κείμενο απροκατάληπτα, χωρίς να το βαραίνει η υπογραφή. Το τι άκουσα δεν λέγεται, αλλά αυτό με κολάκευε υπερβολικά καθώς το κείμενο θεωρήθηκε δικό μου…

 

2/ για την απλοποίηση της γραφής

Σε νέες σκέψεις τώρα. Είναι διαπιστωμένη η ύπαρξη πολλών ιδεολογημάτων και μύθων σχετικών με τη γλώσσα. Ο Γιάννη Χάρης επιμελήθηκε σχετικό βιβλίο με τους «δέκα μύθους για την ελληνική γλώσσα» που εμποδίζουν την καθαρή και λογική ματιά σχετικά με τα γλωσσικά ζητήματα. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτές τις στρεβλώσεις για να συζητήσουμε ψύχραιμα. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις η ελληνική γλώσσα έχει γραφτεί με ποικίλους τρόπους. Είτε πρόκειται για διαλέκτους όπως η ποντιακή, είτε για την κοινή νεοελληνική γλώσσα στην οποία εκδόθηκαν κάποια λογοτεχνικά έργα όπως η «Μεταμόρφωση» του Κάφκα το 1981 από εκδότη της Θεσσαλονίκης. Το ζήτημα του τρόπου γραφής της γλώσσας εμφανίζεται πολλές φορές στην ιστορία. Από τις εκδόσεις έργων της κρητικής λογοτεχνίας όπως η «Ερωφίλη» τυπωμένων με λατινικούς χαρακτήρες, τα φραγκοχιώτικα, τη φωνητική γραφή του Βηλαρά κλπ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συλλογή άρθρων σχετικών με τη «Φωνητική γραφή» από τις εκδόσεις Κάλβος από όπου είναι και το κείμενο του Δημήτρη Γληνού «θεραπεία της αγραμματοσύνης». Στο ίδιο βιβλιαράκι παρατίθενται ντοκουμέντα φωνητικής γραφής όπως είναι χειρόγραφα του Σολωμού και του Μακρυγιάννη ή ένα παραμύθι του Άρη Αλεξάνδρου που εκδόθηκε σε φωνητική γραφή το 1976.

Γιατί τα γράφω ολ’ αυτά; Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντα ότι είναι άλλο πράγμα η γλώσσα και άλλο η γραφή της. Έτσι γίνεται περισσότερο σαφές ότι η αξία της γλώσσας δεν εξαρτάται ούτε καθορίζεται από τον τρόπο γραφής της. Ούτε αυτός αποτελεί κίνδυνο για τη γλώσσα που εξελίσσεται γρηγορότερα αγνοώντας τις ιδεοληπτικές γλωσσαμυντορικές εμμονές.

Η «ανορθόγραφη» πραγματικότητα (δηλαδή η ασυνεπής απόκλιση από την ιστορική ορθογραφία) της πλειονότητας αυτών που έχουν ως μητρική γλώσσα τη νεοελληνική πρέπει να μας κάνει να αναρωτηθούμε μήπως δεν είναι τόσο στραβός ο γιαλός. Τίθεται, δηλαδή, το ζήτημα της απλοποίησης της γραφής. Προσωπικά δε θα είχα κανένα αισθητικό ή ιδεολογικό πρόβλημα ακόμη και αν – όπως προτείνει ο Γληνός το 1930 – υιοθετούσαμε το λατινικό αλφάβητο. Ωστόσο, αναγνωρίζοντας τους συναισθηματικούς δεσμούς των περισσοτέρων – και τη δική μου αντιφατική συναισθηματική δέσμευση – με την ιστορική ορθογραφία (τόσο παράλογων και στρεβλών δεσμών μιας και η πλειονότητα τους είναι ταυτόχρονα ανορθόγραφοι και έχουν συνηθίσει εύκολα στη χρήση του λατινικού αλφαβήτου σε φίρμες όπως mega, emboriki, alpha κλπ και στα ψηφιακά περιβάλλοντα) καταλαβαίνω ότι θα ήταν πιο εφικτή μια γλωσσική πολιτική απλοποιήσεων της γραφής.

Ας πούμε, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την κατάργηση των «αυ» και «ευ» και την αντικατάστασή τους από τα «αφ», «αβ», «εφ», «εβ» (όπως έκανε ο Κώστας Βάρναλης) έτσι ώστε και η ανάγνωση θα διευκολύνεται και θα πάψει ο παραλογισμός να τονίζουμε σύμφωνα (όπως για παράδειγμα στη λέξη αύριο). Πόσος κόπος και χρόνος και στρέβλωση του νου χρειάζεται για να «χωνέψουν» τα πρωτάκια του δημοτικού αυτούς τους παραλογισμούς; Επίσης, χωρίς μεγάλη αισθητική ζημιά, μπορούμε να καταργήσουμε τα άσκοπα διπλά σύμφωνα (λλ, μμ, σσ, κλπ). Και να συζητήσουμε για περισσότερες απλοποιήσεις. Νομίζω ότι όπως αποδείχθηκε ότι το μονοτονικό ήταν επιταγή των καιρών σύντομα θα αποδειχτεί ότι επιταγή των καιρών είναι και αυτές και άλλες απλοποιήσεις της γραφής.

Απ’ όσο ξέρω υπάρχει σχετική τεκμηριωμένη πρόταση από τον Γιώργο Παπαναστασίου, διευθυντή του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών/ Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στο επετειακό συνέδριο για τα 35 χρόνια της γλωσσοεκπαιδευτιής μεταρρύθμισης του 1976, με θέμα «Προς ποια κατεύθυνση θα μπορούσε να κινηθεί μια νέα ορθογραφική μεταρρύθμιση;» (να μη βάζω λινκ, αν γκουγκλάρετε θα το βρείτε εύκολα, ίσως δείτε και τη δική μου ανακοίνωση σε ‘κείνο το συνέδριο).

Αν θέλουμε να συζητάμε ψύχραιμα και όχι με βάση τις αμετακίνητες ιδεοληψίες μας θα μπορούσαμε να πάμε πίσω στον εθνικό ποιητή μας. Παραθέτω απόσπασμα από το «Διάλογο» του D. Solomos που ασκεί δριμύτατη κριτική στο πολυτονικό σύστημα γραφής 157 χρόνια πριν από την καθιέρωση του μονοτονικού.

«Εσύ ομιλείς για ελευθερία; Εσύ, οπού έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθερία;

[…]

-Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλαιάν ορθογραφία.

-Χαίρετε, λοιπόν, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας, και ουδέ ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψη λέξη, χωρίς πρώτα να σας υποταχθή. Εσείς εμπνεύσετε, πριν γεννηθήτε, τον Όμηρο, όταν ετραγουδούσε την Ιλιάδα

 

3/ για την ετυμολογία ως εμπόδιο

Είναι Σάββατο δυο βδομάδες μετά το Πάσχα. Το σπίτι είναι αγγαρεία και η βόλτα έμοιαζε παράδεισος. Έβλεπα πίσω από το τζάμι το μπαξέ με τις φράουλες , τα λουλούδια που μπουμπούκιαζαν, τα ζουμπούλια, τους μενεξέδες. Κρατούσα μια κούπα με καφέ και νοσταλγούσα το τζάκι. Περιστέρια γέμισαν τον ουρανό. Έβαλα ρούχα, παντελόνι, κάλτσες, παπούτσια. Πουκάμισο ή μπλούζα; αναρωτήθηκα. Μπουφάν ή ζακέτα; Καπέλο; Άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα τη σκάλα. Τα μάτια μου έπεσαν στα χωράφια με τις πατάτες και κυπαρίσσια πέρα μακριά…

Όλες οι υπογραμμισμένες λέξεις του προηγούμενου κειμένου είναι αφομοιωμένα δάνεια.

Το πρόσχημα της ετυμολογίας παρουσιάζεται ως ένα επιχείρημα για τη διατήρηση της ιστορικής ορθογραφίας. Όμως αν πρέπει να γράφουμε έτσι ώστε να φαίνεται η αρχική προέλευση των λέξεων τότε τίθεται ένα ερώτημα με πολλές διαστάσεις.

Πώς θα έπρεπε να γράφονται όλα τα αφομοιωμένα δάνεια (λέξεις που η γλώσσα μας δανείστηκε από άλλες γλώσσες και τις ενσωμάτωσε στο δικό της κλιτικό σύστημα); Προφανώς στο αλφάβητο των γλωσσών από όπου προήλθαν (λατινικό, αραβικό, εβραϊκό, κυριλλικό). Πώς θα έπρεπε να γράφονται οι προ – ελληνικές λέξεις; Προφανώς στη Γραμμική Β΄ ή σε άλλα αλφάβητα. Πώς οι λέξεις που ανάγονται στην κλασική αρχαιότητα, πριν από την επινόηση της μικρογράμματης γραφής; Προφανώς με κεφαλαία.

Δηλαδή, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς και η γραφή μας να δείχνει όλες τις πλευρές τις ιστορίας της, θα καταλήξουμε σε κωμικά και δυσλειτουργικά αποτελέσματα. Μια ιδανική, λογική, λύση θα ήταν να υιοθετηθούν από το διεθνές φωνητικό αλφάβητο τα απαραίτητα σύμβολα για τη γραφή της κοινής νεοελληνικής.

Βέβαια τέτοιες ακραίες λογικές λύσεις σκοντάφτουν σε συναισθηματικούς παράγοντες. Και επιπλέον ποιες από τις ανθρώπινες δραστηριότητες υπαγορεύονται αυστηρά και μόνο από τη λογική για να απαιτούμε το ίδιο στη γραφή της γλώσσας. Οι παράγοντες που καθορίζουν τον τρόπο γραφής της γλώσσας βρίσκονται έξω από τη γλώσσα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις που χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται κάποιος απλούστερος τρόπος γραφής. (Όμως χρησιμοποιούμε χωρίς πρόβλημα, εμείς και όλοι οι άνθρωποι, τους αραβικούς αριθμούς…)

«Υποχώρηση» λοιπόν από αυτό που επιτάσσει η λογική. Θα πρέπει με σεβασμό στην ιστορία να χρησιμοποιούμε το ελληνικό αλφάβητο (που προήλθε από το φοινικικό). Όμως πάλι το επιχείρημα της ετυμολογίας είναι έωλο. Μπορεί η σημασία κάποιων λέξεων να παρέμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, η θάλασσα να είναι η θάλασσα και η ελιά η ελιά. Σύμφωνοι. Αλλά τι σημαίνουν σήμερα και τι σήμαιναν στην αρχαιότητα λέξεις όπως: αγχιστεία, ατιμία, πονηρός, παράδεισος, μαλακίζω και άλλα;

Και επί της ουσίας, γιατί θα πρέπει να φαίνεται η προέλευση των λέξεων της νεοελληνικής στη γραπτή απόδοσή της; Η εκμάθηση και η χρήση της γλώσσας σε όλες της εκφάνσεις της δεν απαιτεί κάτι τέτοιο. Αυτό ας είναι δουλειά όσων θέλουν να σπουδάσουν τη γλώσσα μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Είναι σκόπιμο και αναγκαίο να απλοποιήσουμε τη γραφή της νεοελληνικής όσο δυνατόν περισσότερο. Γιατί επικαλούμαστε την ιστορική ορθογραφία και – κυρίως – τα ιδεολογήματα που τη συνοδεύουν;

Αλλά οι απαντήσεις στα γλωσσικά ζητήματα βρίσκονται έξω από τη γλώσσα…

 

4/ για την εξω-γλωσσική προσέγγιση των γλωσσικών ζητημάτων

Δε γίνεται να μιλάμε για τα γλωσσικά ζητήματα και να αποφύγουμε την κοινωνική και ιστορική διάστασή τους. Δηλαδή δεν γίνεται να αγνοούμε ότι και τα ζητήματα της γλώσσας είναι πολιτικά ζητήματα. Με αυτή την προσέγγιση ίσως δοθούν πειστικότερες απαντήσεις για την ανακοπή των απλοποιήσεων στη γραφή της γλώσσας που έφτασαν ως την καθιέρωση του μονοτονικού.

Καταγράφω σχηματικά την οπτική μου. Στη δεκαετία του ’70 το μεταπολιτευτικό κλίμα και οι γρήγορες εξελίξεις πίεσαν την κυρίαρχη κατάσταση σε αποδοχή των απλοποιήσεων στην ορθογραφία και στη διδασκαλία της αρχαιοελληνικής γραμματείας από μετάφραση. Η προοπτική της αποτελεσματικότερης διδασκαλίας ήταν φανερή. Δεν ήταν οι πολιτικές αποφάσεις που καθόρισαν τις μεταρρυθμίσεις, ήταν η κοινωνική πραγματικότητα που πίεζε ασφυκτικά προς αυτή την κατεύθυνση. Αν αφήσουμε την κατάσταση στην εκπαίδευση, μπορούμε να θυμηθούμε ενδεικτικά ότι, αρκετά χρόνια πριν από την πολιτική καθιέρωση του μονοτονικού στην εκπαίδευση, οι εφημερίδες είχαν ήδη καθιερώσει ένα δικό τους τονικό σύστημα σημειώνοντας τον τόνο και το πνεύμα με ένα μικρό τρίγωνο πάνω από το φωνήεν.

Η συντηρητικοποίηση της κοινωνίας στη δεκαετία του ’80 εκφράστηκε με συστηματική συντηρητική αντεπίθεση και στην εκπαίδευση. Στοχοποιήθηκαν οι νέοι. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της «ευδοκίμησης» και της «αρωγής» με αφορμή το θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων του 1985. Αμέσως τεκμηριώθηκε ότι οι νέοι έχουν γλωσσικό πρόβλημα που διαγνώστηκε ως αρρώστια με την ορολογία λεξιπένια. Επινοήθηκε η αναγκαία αρρώστια για να χορηγηθεί το ένδοξο φάρμακο. Στις 8 Ιουλίου 1987 ο ιδιόρρυθμος υπουργός μιλά για «την αναγκαία σταυροφορία ανάκτησης της Ελληνικής Παιδείας». Ορίζει τη μοναδική αξία της: «Αυτή η Παιδεία των Ελλήνων δημιούργησε τον οικουμενικό πολιτισμό και τον σύγχρονο κόσμο που εξ αυτού είναι Ελληνοκεντρικός στην μεγαλύτερη του έκταση». Και διευκρινίζει την έννοια του νέου δημοτικισμού: «Σήμερα πλέον η καλλιέργεια της δημοτικής, της καθομιλουμένης γλώσσας είναι δυνατή όχι πλέον «ενστικτωδώς» από τον ίδιο τον λαό αλλά συστηματικά μέσα από την δόκιμη μελέτη της Ελληνικής Γλώσσας, μέσα από την διαχρονική της εξέλιξη από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Αυτός πρέπει να είναι ο νέος δημοτικισμός…». Ομφαλοσκόπηση και μεταμφιεσμένος αττικισμός. Η 8 Ιουλίου 1987 είναι η γενέθλια μέρα για την «επιχείρηση επαναφοράς».

Η όξυνση των εθνικισμών στη δεκαετία το ’90 φτιάχνει και προσφορότερες συνθήκες για την συντηρητική επιβολή στην εκπαίδευση. Αρχές τις δεκαετίας ο αρμόδιος υπουργός εκφράζει αυτή την επιβολή με την απόφαση, ανάμεσα στα άλλα, να ντύσει με ποδιές τους μαθητές. Έτσι δίνεται η αφορμή για την πρώτη ουσιαστική μαθητική αντίδραση. Τα γεγονότα 1990-91 είναι γνωστά.

Το 1992 ο νέος υπουργός θα βάλει ποδιά στη γλώσσα των μαθητών. Η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας επανέρχεται στα Γυμνάσια, ήπια, ως εξοικείωση. Η συστηματική διδασκαλία συνεχίζεται στην α΄ λυκείου με το γνωστό και δοκιμασμένο αναγνωστικό. Αργότερα, μόλις παγιώθηκε η επιβολή στα Γυμνάσια, καταργήθηκε και το αναγνωστικό της αρχαίας ελληνικής στην α΄ λυκείου αφού όσα περιέχει είναι διδαγμένα στο Γυμνάσιο!

Κάπως έτσι παράγεται και επιβάλλεται η ιδεολογία της αδιάλειπτης συνέχειας της γλώσσας που γίνεται τεκμήριο της αδιάλειπτης συνέχειας του έθνους, από τα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας ως σήμερα…

Ουσιαστικά η επαναφορά της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο συνιστά επαναφορά της διδασκαλίας του πολυτονικού και επιβολή της καθαρευουσιάνικης λογικής. Δυστυχώς η νεφελώδης ιδεολογία που συνοδεύει αυτή νέα αρχαιολατρία παράγει την αναγκαία σύγχυση που θολώνει την κριτική στάση και κάνει αποδεκτά ως γλωσσική καλλιέργεια όσα αποτελούν εμπόδιο. Η μεταπολιτευτική ιστορία του γλωσσικού ζητήματος είναι παράλληλη με την κοινωνική ιστορία…

 

Τα άρθρα του κ. Βασίλη Συμεωνίδη διατίθενται, πλην ειδικής αναφοράς, με άδεια Creative Commons (Αναφορά δημιουργού-ιστοχώρου δημοσίευσης-άδειας διανομής, παροχή ενεργού συνδέσμου στο αρχικό άρθρο, μη εμπορική χρήση, όχι παράγωγα έργα). Δείτε περισσότερα άρθρα του κ. Βασίλη Συμεωνίδη στη στήλη μας «Με λίγες λέξεις» του Βασίλη Συμεωνίδη.

 

Ο Βασίλης Συμεωνίδης

Ζει στη Δράμα και δουλεύει στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Συχνάζει συστηματικά στο προσωπικό σάιτ simeonidis.mysch.gr όπου και κοινοποιεί το εκπαιδευτικό υλικό που χρησιμοποιεί στη διδασκαλία. Βέβαια τριγυρνά κουβεντιάζοντας και σε άλλα μονοπάτια του Ίντερνετ.