«Ποινές διαφόρων ειδών» διήγημα της Χρύσας Τσάκωνα«Ποινές διαφόρων ειδών»

Διήγημα της Χρύσας Τσάκωνα

Η χρονιά με τη δασκάλα Καλλιρόη Κ. στο δημοτικό αποδεικνύεται κακή για πατεράδες. Ο δικός του κάνει εγχείριση προστάτη και ταλαιπωρείται αρκετά, της δασκάλας όμως πεθαίνει Καθαρά Δευτέρα. Καρκίνος στα οστά. Η Καλλιρόη μεταμφιέζεται σε κοράκι με μπλε μάτια. Στο μυαλό του αποθηκεύεται άλλη μια μαρτυρία από ενήλικα ότι το μαύρο είναι απόδειξη αγάπης.

Η πέμπτη χρονιά του στο δημοτικό είναι καλή για τιμωρίες. Έχει την τιμή να γράφει σχεδόν κάθε βδομάδα, αφού η Καλλιρόη τον έχει βάλει στο μάτι. Μα ο κόπος του τον μαθαίνει ν’ αγαπάει τη δουλειά της νύχτας, αρχίζει να λατρεύει τη νύχτα που βγάζει μια δικιά της ανάσα, μια ανάσα που σχεδόν δεν ακούγεται.

Θέλει πολύ να πιάσει τη δασκάλα και να της πει για έναν πεθαμένο Ιταλό σοφό που διαβάζει τώρα ο αδερφός του στο Γυμνάσιο. Αυτός είπε ότι η ποινή δεν πρέπει να εκδικείται ούτε να εξοντώνει. «Ο φόβος δεν εξαλείφει το έγκλημα, απλά το αναβάλλει» αντιγράφει στο πρόχειρό του και από την επόμενη κιόλας μέρα σε κάθε διάλειμμα γράφει με τα πιο καλλιγραφικά γράμματα στον πίνακα το όνομα της δασκάλας ανορθόγραφα.

Ύστερα όμως έρχεται η Έκτη και η Νικολέτα, μάνα πέντε παιδιών, μάνα όλων. Απλώνει τις χάρες της στο πάτωμα και τις μοιράζει, δεν κρατάει για τον εαυτό της παρά τα ελαφρώς αρθριτικά της χέρια, όλη η τάξη γεμίζει μυρωδιά ανθρώπου. Η μοναξιά και η σιωπή είναι αρετές, όχι τιμωρίες, λέει η γλυκιά δασκάλα, κι ο άνθρωπος πρέπει να ζυγίζει όχι μόνο το κορμί αλλά και τα λόγια του. Σπουδαία πράγματα μαθαίνει.

Δεν μπορεί να φύγει απ’ αυτήν την τάξη. Την τελευταία μέρα στεγνά μάγουλα δεν υπάρχουν πουθενά. Έχει δοκιμάσει τη γεύση του θανάτου – πάει καιρός που πέθανε η γιαγιά του – και αυτό που νιώθει τώρα αφήνοντας πίσω την καγκελόπορτα του σχολείου είναι το ίδιο και το αυτό. Τον περιμένει ένας τόπος που λέγεται Γυμνάσιο, μα δεν έχει κανένα ωκεανογραφικό σκάφος σαν τον Κουστώ να εξερευνήσει τον άγνωστο κόσμο. Κι ούτε θέλει. Η λογική λέει «κάθε καινούρια γνώση ευπρόσδεκτη» και χαίρεται, μα το συναίσθημα δεν λέει τίποτε απ’ το φόβο του, κουκουλώνεται, κρύβεται, κατουριέται απάνω του και ονομάζει το νέο πλοίο που πρέπει ν’ ανέβει «ναυάγιο των κρανίων».

 

Δείτε ακόμη: «Λογοτεχνικές διαδρομές» της Χρύσας Τσάκωνα

 

Η Χρύσα Τσάκωνα 

Είναι απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Εργάστηκε ως φιλόλογος αρχαίων ελληνικών και ιστορίας σε φροντιστήριο της Αθήνας. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής του ΕΚΕΒΙ.