«Ο αφορεσμός ενός χωριού» διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Ο αφορεσμός ενός χωριού»

Διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

Ο Σεβασμιότατος έκανε τον περίπατό του στον περίβολο της Μητρόπολης. Αυτά τα σαρακοστιανά του είχαν πέσει λίγο βαριά. Εξάλλου, περίμενε από ώρα σε ώρα να έρθει ο γραμματικός του να του φέρει τον κατάλογο με τα δοσίματα από τα χωριά που ήταν κάτω από την πνευματική του εποπτεία. Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής στον κόσμο. Έλεγαν πολλά πίσω από την πλάτη του, αλλά φανερά δεν τολμούσε κανένας να βγάλει κουβέντα. Ήταν τουρκόφιλος και όταν πριν καμιά δεκαριά χρόνια τα γύρω χωριά ξεσηκώθηκαν, πήρε το μέρος του πασά και μερικών κοτζαμπάσηδων και γύριζε να τους συνετίσει. «Είναι θέλημα Θεού να είμαστε υποτελείς του σουλτάνου», έλεγε, «ποιοί είστε εσείς οι αμαρτωλοί που θέλετε να πάτε αντίθετα στο θέλημα του Κυρίου;» Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα κι ο Σεβασμιότατος απέκτησε μεγάλο κύρος στα μάτια του σουλτάνου. Όχι όμως και του κόσμου. Τουρκόσπορο τον ανέβαζαν, προδότη τον κατέβαζαν, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε καθόλου. Αυτός τα δοσίματα ήθελε να εισπράττει και τίποτ’ άλλο. Βέβαια, έδινε και το κατιτίς του στον πασά, να έχει το κεφάλι του ήσυχο, αλλά το μεγάλο μεράδι πήγαινε στην τσέπη του. Έφκιανε και καμιά εκκλησία να ρίχνει στάχτη στα μάτια – όχι σχολειά, τέτοια δεν έφτιαξε ποτέ – αλλά μέχρι εκεί.

 Ο γραμματικός του έφτασε λαχανιασμένος. Ο δεσπότης του άπλωσε το χέρι κι εκείνος έσκυψε και το φίλησε. «Πάμε μέσα», είπε στον γραμματικό – έναν αρχιδιάκονο – και τον οδήγησε στο γραφείο του. «Λοιπόν, Ιερόθεε, πώς πήγαμε;» τον ρώτησε αφού κάθισε. «Όλα καλά, δέσποτα», του απάντησε ο γραμματικός. «Δώσανε όλα τα χωριά;» Ο Ιερόθεος δίστασε για λίγο. «Σε ρωτάω, δώσανε όλα τα χωριά;» επανέλαβε ο δεσπότης. «Όλα δέσποτα, εκτός από…» «Εκτός από εκείνο το διαολοχώρι!» τον διέκοψε ο δεσπότης. «Ήμουνα σίγουρος! Αυτοί οι παλιοχωριάτες δεν δίνουνε ποτέ τίποτα! Τους ξεσηκώνουν καμπόσοι εκεί πάνω! Αλλά θα τους δείξω εγώ! Πήγαινε αμέσως στον πασά! Πες του ότι θα πάω τώρα να του μιλήσω!» «Μάλιστα δέσποτα. Την ευλογία σου» είπε ο γραμματικός και έφυγε. Ο δεσπότης του έκανε μια χειρονομία, κάτι ανάμεσα σε ευλογία και αποπομπή κι άρχισε να ετοιμάζεται για την επίσκεψή του.

 Ο πασάς, ένας μαλακός και μετριοπαθής ανατολίτης, είχε το χουζούρι του εκείνη την ώρα. Χρόνια στην περιοχή, ήξερε πολύ καλά τι ταμαχιάρης ήταν ο δεσπότης. Όταν πήγε ο Ιερόθεος να του αναγγείλει την επίσκεψή του, δεν έκρυψε τη δυσφορία του. «Και δεν σου είπε τι θέλει;» ρώτησε τον αρχιδιάκονο. «Όχι πασά μου, αλλά θέλει να σε δει οπωσδήποτε». «Καλά, πήγαινε. Ρωμιοί, σεϊτάν μιλέτι…» μουρμούρισε ο πασάς και με μια κίνηση του χεριού του έδιωξε την Τσερκέζα σκλάβα που έπαιζε το ούτι της και τραγουδούσε για να ευχαριστήσει τον αφέντη της. Φώναξε το τσιμπούκ – ογλάν να του ανάψει τον ναργιλέ του κι έκατσε να περιμένει το δεσπότη. Ο Σεβασμιότατος μπήκε στον οντά του πασά, έκανε τον τεμενά του και κάθισε αντίκρυ του. Ο Τούρκος δεν βιαζόταν να τον ρωτήσει τι γύρευε. Γουργούρισε για λίγο τον ναργιλέ του και έριξε μερικές χάντρες στο κομπολόϊ του καθώς τον εξέταζε προσεκτικά.

«Γιατί γύρεψες να με δεις, δέσποτα;» τον ρώτησε τελικά.

«Ετοιμάζεται ρέμπελο, πασά μου» του απάντησε.

Ο πασάς τον κοίταξε συνοφρυωμένος.

«Ρέμπελο; Τι ρέμπελο; Ποιοί; Τι ξέρεις; Για λέγε…»

«Εκεί απάνω στο βουνό είναι ένα διαολοχώρι …»

«Ξέρω ποιό λες. Λοιπόν;» τον έκοψε βιαστικά ο πασάς που βαριότανε να τον ακούει.

«Ε, τι λοιπόν; Αυτοί εκεί δεν ξέρουν καμιά εξουσία. Ούτε τη δική μου, ούτε του πατισάχ. Είναι εκεί μια διαολοφαμίλια, που τους έβαλες και για προεστούς, που τους ξεσηκώνουν συνέχεια».

«Τι έκαναν; Σήκωσαν άρματα στο ντοβλέτι;»

«Ακόμα, αλλά δεν θ’ αργήσουν»

«Γιατί ωρέ δέσποτα; Τι έγινε;»

«Τι ήθελες να γίνει; Να! Πάλι αρνήθηκαν να μου στείλουν τα δοσίματα! Αν δεν είναι αυτό ρέμπελο, τότε τι είναι πασά μου;»

Ο πασάς έβαλε τα γέλια. Το ήξερε το χωριό που έλεγε ο δεσπότης. Ο καϊμακάμης του καζά τους το είχε στα άγραφα. «Φτωχοχώρι, πασά μου, ίσα που βγάζουν το ψωμί τους. Άστους στο έλεος του Αλλάχ, ψυχικό θα κάνεις.» του είχε πει.

«Απ’ αυτούς μωρέ τους ξυπόλητους φοβάσαι ρέμπελο;» είπε στον δεσπότη

«Αυτοί οι ξυπόλητοι κάψανε τον τεκέ σας όταν είχαν ξανακάνει ρέμπελο πριν από μερικά χρόνια, το ξέχασες;»

«Τότε ήταν αλλιώς τα πράματα. Άλλοι ήταν που τους βάλανε φιτιλιές και σήκωσαν άρματα… Καλά… άσε και θα το σκεφτώ… πήγαινε τώρα, μη μου χαλάς το χουζούρι με δαύτους», και με μια κίνηση του χεριού του τον απέπεμψε.

«Όπως ορίζεις, πασά μου» είπε ο δεσπότης και έφυγε φουρκισμένος. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να περιμένει τίποτα από τον πασά. Έπρεπε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. «Θα σας δείξω εγώ», σκέφτηκε, κι ένα κακό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.

 Γύρισε βιαστικός στη Μητρόπολη και φώναξε να έρθει ο γραμματικός του. «Κάτσε και γράψε έναν αφορισμό», του είπε μόλις μπήκε. «Αφορισμό, άγιε δέσποτα;» είπε έκπληκτος ο γραμματικός, «γιατί; ποιόν θα αφορίσεις;» «Αυτούς τους παλιοχωριάτες! Όλο το χωριό! Θα τους απαγορέψω να κοινωνήσουν μέχρι να μάθουν σέβονται τη θέληση του Κυρίου! Γράψ’ το γρήγορα και να το διαβάσει ο παππάς τους αμέσως μετά το Πάσχα. Την Κυριακή του Θωμά!» «Άγιε πατέρα…» αποτόλμησε να πει ο γραμματικός, «την Κυριακή του Θωμά αυτό το χωριό έχει το πανηγύρι του, γιορτάζει…» «Ακόμα καλύτερα!» τον έκοψε άγρια ο δεσπότης. «Μπρος, τι κάθεσαι, ακόμα εδώ είσαι;»

 Την Τρίτη ημέρα του Πάσχα η γραφή του μητροπολίτη έφτασε στα χέρια του παπα – Ηλία. Ο αγαθός γέροντας δεν πίστευε στα μάτια του. Επιτίμιο ακοινωνησίας για ολόκληρο το χωριό! Και μάλιστα την Κυριακή του Θωμά, στο πανηγύρι του χωριού! Ήταν δυνατόν να κάνει τέτοιο πράγμα στους χωριανούς του; Τους αγαπούσε και τον αγαπούσαν, τον σέβονταν και τον υπολήπτονταν. Πώς μπορούσε να τους ρίξει αφορεσμό, επειδή δεν έστειλαν δοσίματα; Αλλά πάλι, να παράκουγε την εντολή του μητροπολίτη του; Αδιανόητο! Όλη τη βδομάδα ήταν κατσουφιασμένος και σκεπτικός. Οι χωριανοί του τον είδαν που περπατούσε αμίλητος και κατσούφης, αλλά δεν πολυέδωσαν σημασία. «Γέρασε ο παππάς μας», σκέφτηκαν οι περισσότεροι. Όλοι περίμεναν την Κυριακή του Θωμά, που έπεφτε μάλιστα και Πρωτομαγιά, να πάνε στην εκκλησιά, να κοινωνήσουν – άσχετα αν είχαν αρτυθεί την Κυριακή του Πάσχα, για το πανηγύρι τους το καταλούσε, έτσι ήταν το συνήθειο – και μετά να βγουν να κάνουν δεύτερο Πάσχα, με κλαρίνα και νταούλια. Ετοιμάζονταν όλοι λοιπόν, οι νοικοκυρές ασβέστωναν τις αυλές και τα πεζούλια, οι κλαριντζήδες και οι βιολάρηδες έφτιαχαν τις κουμπάνιες τους, είχαν μάλιστα φωνάζει και νταούλια και σαντούρια, οι μακελάρηδες έσφαζαν τα αρνιά και τα κατσίκια, μονάχα ο παπα – Ηλίας ήταν έξω απ’ όλα αυτά, αμέτοχος στη χαρά και την έξαψη των συχωριανών του. Σκεφτόταν τον αφορεσμό που έπρεπε να διαβάσει και μάτωνε η καρδιά του.

 Την Κυριακή μαζεύτηκε όλο το χωριό με την πρώτη καμπάνα να ακούσουν τη λειτουργία στον Άγιο Θωμά και να κάνουν μετά το πανηγύρι τους. Με το που μαζευτήκανε, ο παππάς άρχισε να διαβάζει τον αφορεσμό. Σηκώθηκε ένας απάνω: «Τι γράμματα είναι αυτά που διαβάζεις, πάτερ;» Ο παππάς τον αγρίεψε. «Κάτσε κάτω» του είπε. «Ο άγιος δέσποτας αφόρεσε το χωριό και σας απαγόρεψε να κοινωνήσετε, γιατί δεν στείλατε τα δοσίματα». Απόρησε ο χριστιανός. «Και πού να τα βρούμε; Εμείς εδώ δεν έχουμε να ταϊσουμε τις φαμίλιες μας, στον δεσπότη θα δώσουμε; Ακόμα κι ο καϊμακάμης, ο Τούρκος, μας έχει στα άγραφα, ξέρει τη φτώχεια μας, δεν τηνε ξέρει ο δεσπότης μας;» «Είναι καθήκον σας», είπε ο παππάς, «σαν καλοί χριστιανοί να υπακούτε στον δεσπότη σας και να μην πέφτετε στην αμαρτία!» Σηκώθηκε τότες ο προεστός του χωριού και του είπε αγριεμένος: «Και είναι αμαρτία, ωρέ παππά, που θέλουμε να ταΐσουμε τις φαμελιές μας; Και δεν είναι αμαρτία που τη μέρα που γιορτάζει το χωριό μας, μας έστειλε αφορεσμό αντί για «Χρόνια πολλά»; Φέρτο εδώ αυτό!» Και του αρπάζει το χαρτί μέσα απ΄τα χέρια, και το κάνει κομμάτια. Εκεί, μπροστά στο ιερό, το έσκισε και το πάτησε με τα ποδάρια του. «Ελάτε ωρέ χωριανοί», φώναξε, «να αφορεστείτε κι εσείς». Τότες, πέρασαν ένας ένας όλοι οι άντρες και τσαλαπάτησαν κι αυτοί το χαρτί. Οι γυναίκες, παγωμένες από φρίκη, σταυροκοπιόταν. Ο παππάς έφριξε κι αυτός. «Θα βρεις το μπελά σου,» του είπε. «Θα καείς στην κόλαση!» «Να πεις του δέσποτά σου, ότι αυτός θα βρει μπελά. Εγώ είμαι ο μπελάς του! Έτσι πε του. Και τώρα, ή κάνε τη λειτουργία σωστά, ή μάστα και φύγε».

 Ο παπα – Ηλίας, με βήματα αργά, κατέβηκε από το Άγιο Βήμα και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Όλοι οι χωριανοί έμειναν μέσα στην εκκλησία. Κανείς δεν τον ακολούθησε. Βγήκε έξω. Αγνάντεψε από ψηλά το χωριό που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Η ματιά του απλώθηκε στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας που χάϊδευε τα πόδια του βουνού. Θυμήθηκε τον μακαρίτη τον πατέρα του που είχαν ροζιάσει τα χέρια του να σκάβει τις πλαγιές για να μπορέσει να εξασφαλίσει λίγο φαί στη φαμελιά του. Θυμήθηκε τον προηγούμενο δεσπότη – έναν άγιο άνθρωπο – που τον χειροτόνησε παππά και όλο το χωριό φώναζε «Άξιος! Άξιος! Άξιος!» Θυμήθηκε τους συγχωριανούς του που βάφτισε, που πάντρεψε, που κήδεψε. Είδε τον Μάη γύρω του, είδε τις παπαρούνες, το αίμα του Χριστού, θυμήθηκε το φραγγέλιο που πήρε ο Κύριος στο ναό του Σολομώντα, τους γραμματείς και τους φαρισαίους, τον Άννα και τον Καϊάφα, τον Θείο Λόγο της αγάπης και της συγχώρεσης, το σώμα και το αίμα του Εσταυρωμένου. «Ποιός άνθρωπος» αναρωτήθηκε, «ποιός χριστιανός, όποιος και να είναι αυτός, μπορεί να αρνηθεί στον συνάνθρωπό του την Θεία Κοινωνία με τον Πατέρα όλων μας;» Με δακρυσμένα μάτια σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό και προσευχήθηκε: «Κύριε των δυνάμεων, Εσύ που συγχώρησες τον ληστή επάνω στον Σταυρό του μαρτυρίου Σου, φώτισέ με, δούλος Σου και όργανό Σου είμαι, δείξε μου το δρόμο…» Μια ηλιαχτίδα έπεσε στα μάτια του και μια πασχαλίτσα φτερούγισε κι έκατσε απάνω στα γένια του. Κατάλαβε. Έκανε ευλαβικά το σταυρό του και γύρισε πίσω στην εκκλησιά, αυτή τη φορά με βήμα γοργό και αποφασιστικό. Οι χωριανοί ήταν μαζεμένοι μέσα, σαν να τον περίμεναν. Στο πέρασμά του παραμέρισαν. Μπήκε μέσα στο ιερό και έσκυψε πάνω από την Αγία Τράπεζα. Μετά από λίγο, βγήκε στο Άγιο Βήμα με το Ιερό Δισκοπότηρο στα χέρια. Κοίταξε το ποίμνιό του, τους χωριανούς του, τους δικούς του ανθρώπους. Μετά, με τρεμάμενη από συγκίνηση φωνή, είπε:

 «Μετά φόβου Θεού, Πίστεως και Αγάπης προσέλθετε».

 

 

Ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Γεννήθηκε το 1964 στην Αγιά της Λάρισας, όπου ζει και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, λογιστής. Λάτρης του «ερασιτεχνικού» θεάτρου -ενεργό μέλος της τοπικής θεατρικής ομάδας από το 1991- της λογοτεχνίας, της παράδοσης, της ιστορίας και της μυθολογίας, είναι ένας απ’ τους δημιουργούς της σύγχρονης (2013), ηλεκτρονικής πλέον, έκδοσης των «Αγιώτικων Νέων», της εφημερίδας του ΜΠΣ Αγιωτών «Μιλτιάδης Δάλλας».