«Το Χαμόγελο» διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Το Χαμόγελο»

Διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

Ο Καρλ και ο Χανς ήταν γνήσιοι Βερολινέζοι. Τα σπίτια τους ήταν απέναντι. Μοναχοπαίδια και οι δυο, γεννήθηκαν περίπου την ίδια εποχή, μια εποχή που η Δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε αρχίσει να αργοπεθαίνει. Τρία χρόνια αργότερα, ο Χίντεμπουργκ διόρισε καγκελάριο τον Χίτλερ, κάηκε το Ράϊχσταγκ και ο Χίτλερ πήρε όλες τις εξουσίες στα χέρια του. Φυσικά, τα δυο παιδιά δεν καταλάβαιναν και πολλά απ’ αυτά. Έβλεπαν τις παρελάσεις, τις σημαίες με τις σβάστικες, τον Φύρερ να μιλάει ακατάπαυστα, αλλά η μόνη τους έννοια ήταν το παιχνίδι τους στο μικρό πάρκο στην γειτονιά τους, μαζί με τα άλλα παιδιά. Ο Καρλ μόνο απόρησε γιατί μια μέρα ο Αβραάμ δεν φάνηκε στο καθημερινό τους παιχνίδι, αλλά όταν ρώτησε τη μητέρα του γι’ αυτό, εκείνη κοίταξε τρομοκρατημένη τον πατέρα του, που βυθίστηκε σιωπηλά ακόμα περισσότερο στο διάβασμα της εφημερίδας του. Ο Χανς πάλι, μια μέρα είπε στον πατέρα του:

«Μπαμπά, όταν ακούω τον Φύρερ να μιλάει, φοβάμαι. Με τρομάζει. Είναι καλός ο Φύρερ, μπαμπά;»

Ο πατέρας του, έντρομος από τα λόγια του γιου του, έτρεξε γρήγορα προς το παράθυρο, κοίταξε έξω βιαστικά, και μετά, πιάνοντας το γιό του από τους ώμους, του είπε:

«Χάνσι, μη σε ξανακούσω να λες τέτοια λόγια. Εσύ να ξέρεις και να λες ότι ο Φύρερ μας αγαπάει όλους. Το κατάλαβες;»

Ο μικρός Χανς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Από τότε, ούτε ο Καρλ ξαναρώτησε και ούτε έμαθε ποτέ για την τύχη του Αβραάμ, ούτε ο Χανς ξαναρώτησε για τον Φύρερ. Αλλά ούτε η απορία του Καρλ ούτε ο φόβος του Χανς είχαν φύγει ποτέ.

Έφυγαν όμως οι γονείς τους, τον Σεπτέμβρη του 1939, κι από τότε δεν τους ξαναείδαν. Άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Ανατολικό Μέτωπο, πολεμώντας για μια πατρίδα που είχε αποφασίσει από καιρό να φάει τα παιδιά της, υπακούοντας στις εντολές ενός παρανοϊκού. Πέθαναν προσπαθώντας να αμυνθούν απέναντι σε κάποιους άλλους, που είχαν αφήσει κι αυτοί παιδιά πίσω, στα σπίτια τους, και υπερασπίζονταν αυτά τα σπίτια κι αυτά τα παιδιά από τους εισβολείς. Οι σοροί τους δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους, έμειναν εκεί, μαζί με σωρούς άλλα πτώματα απλών ανθρώπων, που δεν είχαν καμιά αγάπη και καμιά έγνοια για τον Χίτλερ, για την Άρια φυλή ή το Τρίτο Ράϊχ, το μόνο που ήθελαν ήταν να γυρίσουν στη μαγική χώρα του στρατιώτη που λέγεται «σπίτι».

Τα δυο παιδιά συνέχιζαν να μεγαλώνουν μαζί σ’ ένα Βερολίνο που καιγότανε από τους βομβαρδισμούς και την παράνοια, καθώς οι Ρώσοι πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Άκουγαν πια τα κανόνια να βροντάνε δίπλα τους, τις σειρήνες του συναγερμού, το κροτάλισμα των πολυβόλων. Μια μέρα, τέλη του Απρίλη του 1945, όπως έτρεχαν να κρυφτούν από το σφύριγμα των οβίδων που έπεφταν κοντά τους, ένας άντρας με μαύρη στολή και τα διακριτικά των SS τους άρπαξε, τους πήγε σ’ ένα στρατόπεδο, τους έδωσε ένα τουφέκι, τους φόρτωσε σ’ ένα καμιόνι μαζί με άλλα παιδιά της ηλικίας τους, με γέρους και με τραυματίες. Τους κατέβασαν έξω απ’ το Ράιχσταγκ και τους διέταξαν να υπερασπιστούν τον Φύρερ τους μέχρι θανάτου. Δεν ήξεραν ούτε τι να κάνουν, ούτε πού να πάνε, ούτε τι θα γινότανε. Βρήκαν μια γωνιά και κρύφτηκαν τρομαγμένοι. Κανείς δεν τους πρόσεξε μέσα στον γενικό πανζουρλισμό. Άκουσαν, σαν σε όνειρο ότι «ο Φύρερ είναι νεκρός». Δεν τους ένοιαξε. Το μόνο που ήθελαν ήταν να φύγουν απ’ αυτή την κόλαση.

Το βράδι της ίδιας μέρας τους ξετρύπωσε ένας Ρώσος στρατιώτης αγκαλιασμένους και χωρίς όπλο και τους οδήγησε, μαζί με άλλους αιχμαλώτους, στον ανώτερό του, έναν νεαρό λοχαγό. Εκείνος, τους είδε που τρέμανε από το φόβο και την εξάντληση, είδε ότι ήταν δυο παιδιά και τίποτ’ άλλο, είχε δει και τους άλλους αιχμαλώτους, παιδιά κι αυτοί, γέροι και ανήμποροι, που τους είχαν επιστρατεύσει την τελευταία στιγμή. Κατάλαβε. Κάτι είπε στη γλώσσα του κι ένας στρατιώτης ήρθε με ένα καρβέλι ψωμί. Τους το έδωσε, τους κοίταξε για μια στιγμή στα μάτια, και τους έκανε νόημα να φύγουν. Οι δυο φίλοι άρπαξαν το ψωμί κι άρχισαν να τρέχουν μέσα στην πόλη που καιγότανε. Τρέξανε όσο βαστούσαν τα πόδια τους. Σταμάτησαν στο πάρκο τους, μοιράστηκαν το ψωμί που τους έδωσε ο εχθρός τους και γύρισαν στα σπίτια τους.

Η ζωή άρχισε δειλά δειλά να επιστρέφει στην πληγωμένη πόλη. Οι νικητές την χώρισαν σε ζώνες κατοχής. Ο δρόμος που έμεναν οι δυο φίλοι, σε μια απόμερη συνοικία του Βερολίνου, έλαχε να είναι το όριο ανάμεσα στη γαλλική και τη σοβιετική ζώνη. Ο Χανς έμενε στη δυτική μεριά του δρόμου και ο Καρλ στην ανατολική. Η ανοικοδόμηση της πόλης απαιτούσε εργατικό δυναμικό, κι έτσι οι δυο νέοι βρήκαν εύκολα δουλειά σε ένα εργοστάσιο, κοντά στη γειτονιά τους, στη γαλλική ζώνη. Μόλις τέλειωναν τη δουλειά τους πήγαιναν πρώτα να καθίσουν στο πάρκο τους, να μιλήσουν για τα όνειρά τους, για τους νέους αφέντες της πόλης τους, για τις αγωνίες τους, για τους χαμένους γονείς τους, για ένα σωρό πράγματα. Κάποια μέρα, ενώ καθότανε σ’ ένα παγκάκι, ο Καρλ είπε:

«Έμαθες, Χανς; Δεν είμαστε πια συμπατριώτες. Εσύ είσαι πολίτης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας κι εγώ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Έτσι αποφάσισαν».

«Και λοιπόν;» απάντησε ο Χανς, «θα πάψουμε να είμαστε φίλοι και γείτονες;»

«Όχι βέβαια, αλλά μήπως είναι καλύτερα να αλλάξουμε στέκι;»

«Τι εννοείς;»

«Λίγο παραπάνω, καμιά εκατοστή μέτρα, είναι μια μπυραρία. Δεν πάμε καλύτερα εκεί, να πίνουμε και την μπύρα μας αντί να καθόμαστε έξω στο κρύο;»

«Χα χα!» γέλασε ο Χανς, «καλά τα λες, φίλε μου. Πάμε!»

Κι έτσι οι δυο φίλοι άλλαξαν στέκι. Από τότε, κάθε βράδυ, μετά τη δουλειά, περνούσαν από τη μπυραρία τους, τα έλεγαν και μετά γύριζαν σπίτια τους, ο ένας στο ένα κράτος και ο άλλος στο άλλο. Στην αρχή η διακίνηση των κατοίκων ανάμεσα στα δυο κομμάτια της πόλης δεν είχε προβλήματα. Όσοι ανατολικοί δούλευαν δυτικά επέστρεφαν ανενόχλητοι. Πληρώνονταν σε δυτικά μάρκα που τα αντάλλασσαν με ανατολικά ένα προς τέσσερα ση μαύρη αγορά. Αργότερα όμως άρχισαν να γίνεται πιο αυστηρή η φρούρηση. Αστυνομικοί και συνοριοφύλακες περιπολούσαν τα σύνορα. Στον δρόμο που έμεναν οι δυο φίλοι άρχισαν σιγά σιγά να στήνονται φυλάκια, ενώ μπήκαν και τα πρώτα συρματοπλέγματα. Ο Καρλ, που δούλευε δυτικά και έμενε ανατολικά πήρε, όπως και όλοι σαν αυτόν, ειδική άδεια εισόδου. Το πάρκο τους μετατράπηκε σε συνοριακό φυλάκιο. Από εκεί περνούσε πια ο Καρλ για να πάει σπίτι του. Οι δυο φίλοι φεύγανε μαζί μετά την μπυραρία, πήγαιναν ως το φυλάκιο, και στη συνέχεια περπατούσαν παράλληλα στα συρματοπλέγματα, συζητώντας και γελώντας μέχρι που έφταναν στις εισόδους των σπιτιών τους, όπου καληνυχτίζονταν.

Όμως ο κλοιός γύρω από τη χωρισμένη πόλη έσφιγγε περισσότερο. Τον Αύγουστο του 1961 ο Καρλ και όσοι δούλευαν δυτικά αναγκάστηκαν να δηλωθούν στις αρχές, να πληρώνουν σε δυτικά μάρκα το ενοίκιο των σπιτιών τους και αποκλείστηκαν από την κοινωνική ασφάλιση στην Ανατολική Γερμανία. Η αστυνομία έκανε πιο εντατικούς ελέγχους και, κάθε βράδυ που γύριζε από τη δουλειά ο Καρλ, τον έψαχναν στο φυλάκιο εξονυχιστικά μήπως κουβαλάει τίποτα λαθραίο από δυτικά.

«Δυσκόλεψαν τα πράγματα, Χανς» είπε ένα βράδι ο Καρλ στον φίλο του. «Πολύ φοβάμαι ότι θα μας χωρίσουν οριστικά».

«Αυτό είναι αδύνατον, Καρλ», του απάντησε ο φίλος του. «Μαζί μεγαλώσαμε, μαζί δουλεύουμε, είναι δυνατόν να μας χωρίσουν; Άστα αυτά τώρα κι άκου να σου πω ευχάριστα νέα: Στις 9 Νοεμβρίου είναι τα γενέθλια της Χέλγκα!»

«Λοιπόν;»

«Τι λοιπόν; Εκείνη τη μέρα θα της κάνω πρόταση γάμου!»

«Επιτέλους, φίλε μου!» αναφώνησε με χαρά ο Καρλ.

«Θα μου κάνεις την τιμή να είσαι παράνυφός μου;»

«Η τιμή είναι όλη δική μου, φίλε μου» απάντησε ο Καρλ συγκινημένος.

«Και ξέρεις κάτι; Για εκείνο το βράδυ έχω φυλάξει από τον πατέρα μου δυο μπουκάλια κρασί του Μοζέλα, να τα πιούμε στη φιλία μας» του είπε ο Χανς. Θα κάνω την πρόταση στη Χέλγκα και μετά θα τα φέρω εδώ να το πιούμε παρέα».

«Πάντως», είπε ο Καρλ, «ό,τι κι αν γίνει εμείς θα βρισκόμαστε εδώ και θα τα λέμε.

Την άλλη μέρα ο Καρλ δεν μπόρεσε να πάει στη δουλειά του. Την προηγούμενη νύχτα στρατός και αστυνομία του ανατολικού τομέα σταμάτησαν κάθε κυκλοφορία προς τον δυτικό. Χιλιάδες εργάτες είχαν αρχίσει να χτίζουν ένα τείχος που περιέκλειε το δυτικό Βερολίνο, κάτω από την επιτήρηση των σοβιετικών τανκς. Η μπυραρία που πήγαινε κάθε βράδυ με τον Χανς έπεφτε πάνω στην πορεία του Τείχους και γκρεμίστηκε. Ο Χανς συνέχισε να δουλεύει στο εργοστάσιο. Ο Καρλ όμως δεν μπορούσε να πάει δυτικά. Είχε αρχίσει να δουλεύει εργάτης στο χτίσιμο. Στο σημείο που περνούσε μπροστά από τη μπυραρία τους είχε αφήσει επίτηδες ένα τσιμεντόλιθο χαλαρά, έτσι που να μπορεί να αφαιρείται. Οι πρώτες μέρες ήταν πολύ δύσκολες για τους δυο φίλους. Ο Χανς πήγαινε κάθε βράδυ, την συνηθισμένη ώρα που έφευγαν από το στέκι τους, στεκόταν στο σημείο όπου ήταν κάποτε η μπυραρία τους στο – αφρούρητο από δυτικά – τείχος και περίμενε. Κανένα ίχνος όμως από τον Καρλ. Ο Χανς ήταν πλημμυρισμένος από απελπισία για τον αποχωρισμό από τον φίλο του, τον μόνο άνθρωπο – εκτός από τη Χέλγκα – που είχε στη ζωή, τον σύντροφο και αδελφό του. Ένα βράδυ την ώρα που ετοιμάζονταν να φύγει, απογοητευμένος για μια ακόμα φορά, άκουσε μια φωνή,

«Χανς, εδώ!»

Αναγνώρισε τη φωνή του Καρλ που ερχότανε πίσω από το τείχος. Η καρδιά του φτερούγισε από χαρά και λαχτάρα να ξαναδεί, έστω για λίγο, τον φίλο του.

«Πού είσαι;» ψιθύρισε.

«Εδώ. Κοίταξε» απάντησε ο Καρλ και τράβηξε το τσιμεντόλιθο.

«Καρλ! Επιτέλους!» είπε ο Χανς και οι δυο φίλοι έσφιξαν μετά από μέρες τα χέρια. Από τότε, συναντιούνταν κάθε βράδυ και τα έλεγαν για λίγη ώρα. Η γειτονιά τους ήταν ήσυχη και η φρούρηση ήταν κάπως χαλαρή, αλλά πάντα έπαιρναν τα μέτρα τους. Το συνοριακό φυλάκιο που ήταν κάποτε το πάρκο που έπαιζαν παιδιά είχε μερικούς φρουρούς που πότε πότε περιπολούσαν πάνω κάτω το δρόμο, κι αυτό ήταν όλο. Φρόντιζαν πάντα να ξαναβάζουν το τσιμεντόλιθο στη θέση του έτσι ώστε να μην φαίνεται και να προσέχουν μην πέσουν πάνω στη δέσμη του προβολέα που από το φυλάκιο σάρωνε κάθε τόσο την περιοχή.

«Γιατί δεν φεύγεις;» του είπε ένα βράδυ ο Χανς.

«Πώς να φύγω; Δεν βλέπεις τι γίνεται εδώ. Είναι δύσκολο, μη σου πω αδύνατο.»

«Κάτι θα σκεφτούμε. Τίποτα δεν είναι αδύνατο, φίλε μου. Ήδη πολλοί άρχισαν να πηδάνε το καταραμένο αυτό τείχος. Θα το σκάσεις και θα έρθεις εδώ. Υποσχέθηκες να γίνεις παράνυφός μου, μην το ξεχνάς.»

Στις 9 Νοεμβρίου, μέσα από την τρύπα που άνοιξε ο Καρλ βγάζοντας το τσιμεντόλιθο, ο Χανς του ψιθύρισε:

«Δέχτηκε! Τα μεσάνυχτα εδώ! Πρέπει να φύγω τώρα, έχω κάτι ετοιμασίες να κάνω, θα τα πούμε αργότερα. Σύμφωνοι;».

«Σύμφωνοι!» απάντησε ο Καρλ και έκλεισε την τρύπα. Την κανονισμένη ώρα, ο Καρλ βγήκε νυχοπατώντας από το σπίτι του και έφτασε στο σημείο που ήταν η μπυραρία τους. Άνοιξε πάλι την τρύπα, αλλά δεν είδε κανέναν.

«Χάνσι;», ψιθύρισε.

«Εδώ», άκουσε μια φωνή από ψηλά.

Σήκωσε το κεφάλι του και είδε καθισμένο πάνω στο Τείχος τον φίλο του.

«Έλα, ανέβα κι εσύ, το κρασί δεν μπορεί να περιμένει» και του πέταξε μια σκάλα.

Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ο Καρλ σκαρφάλωσε στη σκάλα και βρέθηκε να κάθεται δίπλα στο φίλο του, με ένα καλάθι με δυο κρασιά ανάμεσά τους.

«Πρέπει να είμαστε τρελοί», είπε ο Καρλ, «αν μας καταλάβουν…»

«Μη φοβάσαι, τέτοια ώρα θα κοιμούνται. Έλα να πιούμε το κρασί μας», απάντησε ο Χανς και άνοιξε το ένα μπουκάλι. Έβγαλε δυο ποτήρια από το καλάθι.

«Καθαρό κρύσταλλο», είπε, «ό,τι πρέπει για την περίσταση! Ας πιούμε λοιπόν!» Γέμισε τα ποτήρια και έδωσε ένα στον Καρλ.

«Στη Χέλγκα!» έκανε την πρόποση και άδειασαν τα ποτήρια

«Στον φίλο μου τον Χανς!» απάντησε ο Καρλ και ξαναήπιαν.

«Στον φίλο μου τον Καρλ»

«Στη φιλία μας!» είπαν κι οι δυο μαζί.

Το ένα μπουκάλι είχε ήδη αδειάσει. Ο Χανς άνοιξε το δεύτερο, ξαναγέμισε τα ποτήρια, έδωσε το ένα στον Καρλ και είπε:

«Στην ελευθερία σου, Καρλ», είπε ο Χανς και έδειξε τη σκάλα. Άρχισαν να γελάνε, εκεί, πάνω στο Τείχος που είχε διαιρέσει τη ζωή τους.

Οι φωνές όμως και τα γέλια τους ξύπνησαν τους νυσταγμένους φρουρούς που έτρεξαν να δουν τι γίνεται. Είδαν τη σκάλα, είδαν τον Χανς και τον Καρλ πάνω στο τείχος, κάτι φώναξαν που όμως οι δυο φίλοι δεν το άκουσαν. Αυτό που άκουσαν ήταν οι πυροβολισμοί που τους γάζωσαν και τους έριξαν κάτω, προς τη δυτική μεριά του τείχους, εκεί που ήταν κάποτε η είσοδος της μπυραρίας όπου έλεγαν κάθε βράδυ τις χαρές τους, τις λύπες τους, τα όνειρά τους για τη ζωή και για το μέλλον. Πεσμένοι κάτω, με το κρασί να κυλάει δίπλα τους από το σπασμένο μπουκάλι και το αίμα να βγαίνει από το στόμα τους, κοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ένωσαν τα χέρια τους. «Στο είπα, Καρλ» είπε χαμογελώντας ο Χανς στον φίλο του που ψυχορραγούσε, «τίποτα δεν μπορεί να μας χωρίσει. Φίλοι, Καρλ;» «Φίλοι Χανς…» ψιθύρισε ο Καρλ, χαμογέλασε κι αυτός, έσφιξε το χέρι του Χανς και έκλεισε τα μάτια.

Την άλλη μέρα τους βρήκαν με ένα χαμόγελο στα νεκρά τους πρόσωπα, σφίγγοντας ο ένας το χέρι του άλλου. Το θεώρησαν μια ακόμα απόπειρα απόδρασης, αλλά δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν τι γύρευαν εκεί δυο μπουκάλια από ένα τόσο παλιό και ακριβό κρασί του Μοζέλα και τα κρυστάλλινα ποτήρια. «Απόδραση στην ελευθερία» είπαν οι αποδώ, «Λαθρεμπόριο και μαύρη αγορά» είπαν οι αποκεί. Μόνο η Χέλγκα κατάλαβε. Και μια μέρα, πήρε πινέλο και μπογιές και ζωγράφισε πάνω στο Τείχος που χώριζε την πόλη ένα τεράστιο χαμόγελο για δυο ανθρώπους που δεν μπόρεσε να τους χωρίσει κανένα τείχος.

(Πάνω σε μια ιδέα από σχολική έκθεση του Δημήτρη Α. Αρχοντή)

 

 

Ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Γεννήθηκε το 1964 στην Αγιά της Λάρισας, όπου ζει και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, λογιστής. Λάτρης του «ερασιτεχνικού» θεάτρου -ενεργό μέλος της τοπικής θεατρικής ομάδας από το 1991- της λογοτεχνίας, της παράδοσης, της ιστορίας και της μυθολογίας, είναι ένας απ’ τους δημιουργούς της σύγχρονης (2013), ηλεκτρονικής πλέον, έκδοσης των «Αγιώτικων Νέων», της εφημερίδας του ΜΠΣ Αγιωτών «Μιλτιάδης Δάλλας».