«Η Αποκριά του Γιαβρή» διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή«Η Αποκριά του Γιαβρή»

Διήγημα του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή

Η Αποκριά ήταν η μεγάλη δόξα του Γιαβρή. Όλο το χρόνο ήταν ένας τίποτας. Γυρνούσε από δω κι από κεί ψάχνοντας για κανένα μεροκάματο, πότε καντηλανάφτης, πότε στ’ αμπέλια, πότε στις στάνες, πότε κάνοντας θελήματα στους νοικοκύρηδες του χωριού. Έβγαινε κάθε Σάββατο στο παζάρι κι άμα περνούσε κανένας φορτωμένος με ψώνια, κολλούσε δίπλα του: «Να σε ξαλαφρώσω άρχοντά μου από το βάρος; Με μια δεκαρούλα θα τα πάω εγώ στην κυρά σου, εσύ κάτσε στον καφενέ, μη σκοτίζεσαι με δαύτα, άστα πάνω μου, αφέντη μου, εγώ θα τα κουβαλήσω γιαβρή μου».

Γουστόζος και καλοκάγαθος ανθρωπάκος ο Γιαβρής, κανένας δεν ήξερε το όνομά του. Ακόμα κι ο ίδιος το είχε ξεχάσει. Πώς βρέθηκε στο χωριό μας; Άλλοι λέγανε πως τον ξέβρασε εδώ το κύμα της προσφυγιάς μετά τη Σμύρνη. Άλλοι λέγανε πως τον ψάχνανε οι χωροφυλάκοι επειδή ήταν αντάμης ενός λήσταρχου. Άλλοι πως έφυγε κυνηγημένος από την οργή ενός που του παράτησε τη θυγατέρα. Άλλοι άλλα, ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του, κουβέντες στα τσίπουρα, βγάζεις άκρη; Ήρθε μια μέρα του Μάρτη του ‘23, στάθηκε έξω απ’ τον καφενέ του Χρήσταρου, άραξε σε μια καρέκλα και άπλωσε τα λιανά του ποδάρια στον ήλιο. Ο Χρήσταρος, θερίο άνδρας, επιλοχίας στη Μικρασία, με το που τον είδε κουρελή και κακομοιριασμένο τον άρπαξε απ’ τον σβέρκο.

«Τι το πέρασες ωρέ το μαγαζί μου; Χάνι το πέρασες; Άειντε αλλού πουθενά να κοπροσκυλιάσεις!» κι άρχισε να τον σέρνει στο δρόμο. Οι άλλοι θαμώνες άρχισαν τα χάχανα. Από τη μια ο Χρήσταρος να τον κρατάει από το σβέρκο σαν κατσούλι που παν να το πετάξουν στο ρέμα, απ’ την άλλη ο ξένος να μυξοκλαίει: «Μη παλληκαρά μου, μη γιαβρή μου, να, λίγο μια ανάσα άσε με να πάρω και θα σου σκουπίσω μετά το μαγαζί, θα σου κάνω ό,τι θελήματα θες, μόνο μιαν ανάσα κι ένα νερό, στην αγάπη του Χριστού, μη με τραβάς σαν το σκύλο, αμαρτία παίρνεις.» Ανένδοτος ο Χρήσταρος. Συνέχισε να τον τραβάει λες και ο ανθρωπάκος εκείνος του έτρωγε την ψάθα απ’ την καρέκλα και του έπινε τον ήλιο.

«Άστον Χρήστο», ακούστηκε μια βαθιά φωνή, «γιατί το τραβάς το αρνί του Θεού;» Ήταν ο παπα-Λάμπρος αυτός που μίλησε. Γέροντας, σεβάσμιος, όλοι τον αγαπούσαν και τον άκουγαν στο χωριό. Ο Χρήσταρος ένα λόγο παραπάνω επειδή ήταν ο πατέρας του. Στο άκουσμα της φωνής του, άφησε με ένα μουγκρητό κάτω τον Γιαβρή που κυλίστηκε στα πόδια του παπά κι άρχισε να του φιλάει το χέρι. Ο παπάς τον ανασήκωσε και τον έβαλε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι. «Χρήστο, φέρε μας δυο καφέδες. Και λίγο ψωμί να φάει ο άνθρωπος». Ο Χρήσταρος κοίταξε τον πατέρα του λίγο θυμωμένος, αλλά τολμούσε να του φέρει αντίρρηση; Καλύτερα να έχανε το φως του.

Κάτσανε και ο Χρήσταρος έφερε τους καφέδες και λίγο προσφάϊ στον φουκαρά Γιαβρή. Ο παπα – Λάμπρος τον παρακολουθούσε καθώς έφαγε το ψωμί με τις ελιές σαν λιμαγμένος και μετά ήπιε το νερό σαν χαμένος ταξιδιώτης στην έρημο που βρίσκει νερόλακκο. Αφού τέλειωσε με το φαϊ του – αλήθεια, πόσον καιρό να είχε να φάει ψωμί ζυμωμένο; ποιός ξέρει… – ήπιε τον καφέ του με μια απόλαυση και μια ευλάβεια, λες και έπαιρνε μεταλαβιά απ’ το χέρι του Πατριάρχη. «Από πού είσαι τέκνο μου και πώς σε λένε;» ρώτησε ο παπάς. «Θανάση με λένε παπά μου, κι από πού είμαι μη ρωτάς», είπε ο Γιαβρής κι έβαλε τα κλάματα. Ήταν η πρώτη κι η τελευταία φορά που ακούστηκε το όνομα του Γιαβρή στο χωριό. «Μόν’ άσε με, άγιε άνθρωπε, να σε υπηρετώ κι άμα θες μου δίνεις λίγο ψωμάκι, να σε χαρώ γιαβρή μου». «Καλά», είπε μετά από λίγη σκέψη ο παπα – Λάμπρος. «Να ‘ρχεσαι στην εκκλησιά να ανάβεις τα καντήλια και να σκουπίζεις. Να, πάρε τώρα αυτά κι έλα να ασβεστώσεις, είναι Ευαγγελισμός σε λίγες μέρες και πρέπει να είναι παστρικά όταν θα γιορτάσει η Χάρη της» και του έδωσε μερικά νομίσματα. Ο Γιαβρής γονάτισε και του φίλησε το χέρι. Από εκείνη την ημέρα ήταν κάτω από την προστασία του παπά μας. Ποιός μπορούσε πια να τον πειράξει;

Έτσι μπήκε στη ζωή μας ο Γιαβρής. Κανένας δεν τον πείραζε κι όλοι τον αγαπούσαν και τον έκαναν γούστο, όπως κάνουμε γούστο το σκυλάκι που γλείφει τα χέρια μας όταν του πετάμε κανένα κόκκαλο. Κι αυτός πάντα πρόθυμος να κάνει θελήματα και να τους ευχαριστά όλους, «…γιαβρή μου», ξεχάστηκε πολύ γρήγορα ο Θανάσης κι έμεινε ο Γιαβρής. Μια μέρα κάτι μαστόρια που είχαν έρθει να φτιάξουν το γιοφύρι στη ρεματιά κάθονταν στο καπηλειό του Νικόλα και έπιναν κρασί. Είδαν το Γιαβρή και τον φώναξαν μέσα. «Κάτσε βρε Γιαβρή να πιείς ένα ποτήρι μαζί μας». Άλλο που δεν ήθελε ο Γιαβρής. Όχι ότι του άρεσε ιδιαίτερα -τότες- το κρασί. Αλλά να, πρόσχαροι και μερακλήδες οι μαστόροι, όλο και θα έτρωγε κι αυτός κανένα μεζέ, κι έπειτα, ο παπα – Λάμπρος του είχε πει ότι το κρασί το ευλόγησε ο Κύριος. Ψέματα;

Εκείνο το βράδυ μάθαμε το άλλο, το μεγάλο ταλέντο του Γιαβρή: Είχε φωνή αηδονιού και έκανε μεγάλο κέφι. Σπιρτόζος, ετοιμόλογος και μεγάλος καλαμπουρτζής, ειδικά τώρα που η συντροφιά του ζέστανε την καρδιά και το κρασί του έλυσε τη γλώσσα. Την άλλη μέρα σηκώθηκε με το κεφάλι του βαρύ και την γλώσσα σαν να την έτριψε με σύρμα. Γκρίνιαξε λιγάκι ο παπα – Λάμπρος «μην παρασύρεσαι σε ασωτείες, Θανάση – ήταν ο μόνος πια που τον έλεγε με τ’ όνομά του – θα βρεις το μπελά σου, δεν είναι πράγματα του Θεού αυτά». Για λίγες μέρες δεν ξαναπέρασε απ’ το καπηλειό ο Γιαβρής. Όταν περνούσε κοντά του, στεκόταν δίβουλος: Από τη μια ο σεβασμός για τον παπα – Λάμπρο και η υποχρέωση που του είχε. Από την άλλη εκείνη η ζεστασιά στην καρδιά που είχε τόσον καιρό να νιώσει. Τελικά, τον καβαλίκεψε ο διάβολος. Καθώς γύριζε στο καλύβι του να κοιμηθεί – ένα μικρό καλυβάκι πίσω απ΄την κόχη του ιερού της εκκλησιάς – σταυρώθηκε με τα μαστόρια. «Έλα βρε να πιούμε ένα κρασί, να πούμε και κανένα τραγούδι», «Όχι γιαβρή μου, δεν κάνει», «Βρε έλα που σου λέμε», τελικά τι να γίνει; «Η σαρξ αδύναμος» που έλεγε κι ο παπα – Λάμπρος.

Οι μαστόροι τέλειωσαν το γιοφύρι κι έφυγαν, θεό τον κάνανε να πάει μαζί τους, τίποτα αυτός. «Θα ‘ρθω μονάχα να περπατήσω πάνω στο γιοφύρι σας, να δω τι φτιάξατε» τους είπε. Μόλις όμως πάτησε το ποδάρι του, άρχισε να τρέμει σύγκορμος: «Α πα πα, δεν ανεβαίνω, δεν το περνάω, αφήστε με, θα πέσω!», σκλήριξε κι έφυγε τρέχοντας. Οι μαστόροι γέλασαν. Άντε τώρα να βγάλεις άκρη με το Γιαβρή… Πέρασε και η άνοιξη, μπήκε το καλοκαίρι, έφυγε κι αυτό, ήρθε το φθινόπωρο, βγήκε, μαγγανοπήγαδο ο χρόνος, να κι ο χειμώνας, ξεσκολισμένος πια ο Γιαβρής, μόνιμο μέλος της παρέας με το τραγούδι του και το καλαμπούρι του.

Κοντεύανε οι τρανές οι Αποκριές κι άρχισαν να βγαίνουν τα καρναβάλια στους δρόμους. Πήγαιναν στα σπίτια, πείραζαν τον κόσμο και συναμετάξυ τους, τραγουδούσαν, γελούσαν και περίμεναν τη φωτιά της Κυριακής να ξεφαντώσουν. Το βράδυ της Τετάρτης μπήκε στο καπηλειό του Νικόλα ένα καρναβάλι πολύ αστείο. Είχε πάρει τα ρούχα από ένα σκιάχτρο, είχε κουκουλώσει με μια μαντήλα το κεφάλι του να μη γνωρίζεται και άρχισε να τραγουδάει και να πειράζει όλον τον κόσμο με τραγούδια και χορούς που στο χωριό δεν τα ήξεραν. Όλοι ξεπατώθηκαν στο χορό και στο τραγούδι και γελούσαν με την ψυχή τους. Κάποια στιγμή, κάνει μια έτσι ο Φώτης του Αναγνώστη και του βγάζει τη μαντήλα. «Ο Γιαβρής!» φώναξε. «Ο Γιαβρής!» έκαναν κι οι άλλοι κι άρχισαν να φωνάζουν και να γελάνε με κέφι. Ο Γιαβρής καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. Τέτοια τιμή δεν την περίμενε. Το βράδυ της τρανής της Αποκριάς έδωσε το δικό του ρεσιτάλ: Πρώτος στο χορό και στο τραγούδι, πρώτος στα πειράγματα, πρώτος σε όλα όσα είχε διδάξει ο Διόνυσος, κι ας μην είχε ακούσει ποτέ το όνομά του. Πήγαινε στις κυράδες και προσπαθούσε να τις σηκώσει τα φουστάνια. Οι κυράδες, μέσα στο ντελίριο της Αποκριάς που πρόσφερε απλόχερα ο Γιαβρής, ξελιγώνονταν στα γέλια, κι άμα κανένας άντρας πήγαινε να θυμώσει, τον αποστόμωνε: « Για σένα το κάνω γιαβρή μου, για να το βρεις απόψε έτοιμο και ζεστό, τι θάρρεψες, για μένα το θέλω;»

Από τότε, η Αποκριά ήταν η δόξα του Γιαβρή. Όλη τη χρονιά ήταν ο τίποτας. Ο ασήμαντος. Το αρνί του Κυρίου, ένα θεουλάρι που έσκυβε το κεφάλι και άπλωνε το χέρι για «καμιά δεκαρούλα, αφέντη, και να σε περάσω απ’ τα νερά στην πλάτη μου». Εκείνες τις μέρες όμως ήταν αυτοκράτορας. Ο λόγος του ήταν νόμος. «Αυτό θα κάνουμε την Αποκριά επειδή το είπε ο Γιαβρής». «Πού είναι ο Γιαβρής να ανάψει τη μεγάλη φωτιά;» Άρχοντας σας λέω. Μεγαλεία.

Πέρασαν τα χρόνια, δύσκολα χρόνια, όλο φωτιά και αίμα, είχε πεθάνει εν τω μεταξύ κι ο παπα – Λάμπρος, ο προστάτης του, ήρθαν Ιταλοί στο χωριό, μετά οι Γερμανοί που το κάψανε, πιάσανε και τον Γιαβρή μια φορά επειδή κουβαλούσε εφόδια στους αντάρτες και τον σαπίσανε στο ξύλο, ήτανε και να τον εκτελέσουνε, αλλά παρενέβη ο δεσπότης που τον ήξερε και τους έπεισε ότι είναι αγαθός και ότι μάλλον τον τύλιξαν, φύγανε οι Γερμανοί, τέλειωσε αυτός ο πόλεμος και άρχισε ο άλλος, ο αδερφοφάγος, ποιός είχε μυαλό και όρεξη για Απόκριες; Κανένας. Εκτός απ’ τον Γιαβρή. Αυτή η έλλειψη τον μαράζωνε.

Πέρασε κι η λαίλαπα του εμφύλιου που ρήμαξε τη χώρα, κι επιτέλους, ξανάρθε η ώρα του Γιαβρή! Στο χωριό θα ξανακάναμε Αποκριά! Ετοιμάζονταν πυρετικά να ετοιμάσει καινούρια τραγούδια, καινούρια σκέρτσα, καινούριες φιγούρες να δείξει στους χωριανούς, να τους κάνει να γελάσουν, να ξεχάσουν τον πόλεμο που τους ρήμαξε, να τους δώσει πίσω λίγη απ’ τη χαρά που στερήθηκαν, να ξανακερδίσει κι αυτός τη λάμψη του που την είχε σκεπάσει η κάπνα των κανονιών.

Όλη την εβδομάδα της Τυρινής δεν έκανε ούτε ένα Καρναβάλι. Προετοίμαζε την επιστροφή του στη δόξα για το βράδυ της Κυριακής. Άμα κανένας τον ρωτούσε, έλεγε «υπομονή, γιαβρή μου, θα δεις, θα δεις…» Το βράδυ του Σαββάτου προσπαθήσανε με το κρασί να λύσουνε τη γλώσσα του, αλλά αυτός σφίγγα. Μόνο γελούσε κι έλεγε «υπομονή γιαβρή μου, θα δεις, θα δεις…». Έφυγε για το καλύβι του ζαλισμένος. Στο κεφάλι του οι ιδέες του για το Μεγάλο Βράδυ κολυμπούσανε μες στο κρασί και πετάγονταν ψηλά σαν πέστροφες. Απορροφημένος από τις σκέψεις του ξεστράτισε και πήρε το δρόμο της ρεματιάς. Όταν το κατάλαβε, είχε ξεμακρύνει. Είχε αρχίσει και μια δυνατή βροχή από νωρίς, δεν έβλεπες στα τρία μέρα. Τα ρέματα κατέβαζαν τα νερά με ορμή. Στη βιασύνη του, έκοψε δρόμο περνώντας πάνω απ’ το γιοφύρι που είχαν φτιάξει εκείνα τα μαστόρια τότες, τη χρονιά που είχε αρχίσει η μεγάλη του δόξα.

Το βράδυ της Κυριακής μάταια περίμεναν στο χωριό να ανάψει τη φωτιά ο Γιαβρής. Το νερό, αυτό που πρωτογύρεψε με λαχτάρα όταν ήρθε στο χωριό μας, είχε αγκαλιάσει και είχε πάρει τον Βασιλιά της Αποκριάς και τον ταξίδευε μακριά , πέρα, στην Αχερουσία, κι ας μην είχε ακούσει ποτές του αυτή τη λέξη ο φουκαράς ο Γιαβρής…

*Από το βιβλίο του Αχιλλέα Ε. Αρχοντή:  «Σκόνη στον Καθρέφτη», Εκδόσεις schooltime.gr

 

Ο Αχιλλέας Ε. Αρχοντής

Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Γεννήθηκε το 1964 στην Αγιά της Λάρισας, όπου ζει και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, λογιστής. Λάτρης του «ερασιτεχνικού» θεάτρου -ενεργό μέλος της τοπικής θεατρικής ομάδας από το 1991- της λογοτεχνίας, της παράδοσης, της ιστορίας και της μυθολογίας, είναι ένας απ’ τους δημιουργούς της σύγχρονης (2013), ηλεκτρονικής πλέον, έκδοσης των «Αγιώτικων Νέων», της εφημερίδας του ΜΠΣ Αγιωτών «Μιλτιάδης Δάλλας».