«Στο χώμα αυτό εγώ σου ψιθυρίζω», της Ευρυδίκης Αμανατίδου«Στο χώμα αυτό εγώ σου ψιθυρίζω»

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Ο καλός καιρός μέσα στον χειμώνα είναι πάντα ξεσηκωτικός και το «επί τόπου» βρέθηκε να περιηγείται στο αρχαίο νεκροταφείο της πόλης των Αθηνών, στον Κεραμεικό.

Ο αρχαιολογικός χώρος -ξεκίνησε να ανασκάπτεται το 1863 και οι ανασκαφές συνεχίζονται έως τις ημέρες μας- έχει έκταση περίπου σαράντα στρέμματα. Ακούγεται πολύ; Προσωπικά ούτε κατάλαβα τον χρόνο. Εισιτήριο και ενημερωτικό φυλλάδιο στο κιόσκι δεξιά και ξεκινάω αφού μελετήσω την κάτοψη του χώρου όπως αποτυπώνεται στο φυλλάδιο. Εντυπωσιάζομαι από το γεγονός ότι περπατάω στο ίδιο επίπεδο με τους Αθηναίους της Κλασσικής εποχής. Είναι εξάλλου η εποχή που το Θεμιστόκλειο τείχος τέμνει πλέον τον Κεραμεικό. Το κομμάτι εντός των τειχών έχει οικιστική χρήση, το δε εκτός χρήση ταφική.

Ο τόπος είναι γεμάτος χορτάρι, καθαρός, περιποιημένος. Αγριολούλουδα κάνουν την εμφάνισή τους δειλά, παρατηρώ, καθώς βαδίζω δίπλα στον Ηριδανό και πάνω στην Ιερά Οδό κάνοντας τον ίδιο δρόμο από όπου περνούσε η πομπή των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Στέκομαι αναποφάσιστη, θέλω να συνεχίσω προς τη μεριά που βρίσκεται πιο κοντά στην οδό Πειραιώς, γιατί εκεί συνωστίζονται τα πιο εντυπωσιακά ταφικά μνημεία.

Τελικά στρέφομαι δεξιά σαν να επιστρέφω στην αρχαία Πόλη των Αθηνών, βρίσκοντας μπροστά μου την Ιερά Πύλη. Από εκεί κατευθύνομαι προς την άλλη πύλη της πόλης, το Δίπυλον. Από εδώ ξεκινούσε ο δρόμος προς την Ακαδημία Πλάτωνος και εδώ πραγματοποιούνταν οι επίσημες τελετές για τον ενταφιασμό των πεσόντων στον πόλεμο.

«Στο χώμα αυτό εγώ σου ψιθυρίζω», της Ευρυδίκης ΑμανατίδουΦθάνω ξανά στην Ιερά οδό και ακολουθώ πλέον τη διακλάδωσή της που ονομάζεται Οδός των Τάφων (το αρχαίο όνομα δε μας είναι γνωστό). Εδώ ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει τα πιο μεγαλοπρεπή ταφικά μνημεία που σώθηκαν από τα Κλασσικά χρόνια. Θαυμάζω στα αριστερά μου το ανάγλυφο του Δεξίλεω παρότι σε αντίγραφο, έτσι κι αλλιώς γνωρίζω πως σε λίγο θα απολαύσω το πρωτότυπο στο Μουσείο που βρίσκεται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο.

Είναι όμορφη αυτή η μεριά του Κεραμεικού, έτσι όπως περιηγούμαι ανάμεσα σε αναθηματικές στήλες και τάφους. Ανηφορίζω το τελευταίο κομμάτι, εκεί που τα μάρμαρα και οι αρχαίες φωνές ξεκουράζονται κάτω από ελιές, κυπαρίσσια και δάφνες. Σκέφτομαι τον πλούτο και την πολυτέλεια, τη ματαιότητα ή την ανάγκη να τιμηθεί ο νεκρός που οδήγησε σε όλα αυτά τα υπέροχα έργα. Μορφές αποτυπωμένες με κάθε λεπτομέρεια, πρόσωπα όπου έχει εγκατασταθεί πλέον η απάθεια καθώς έρχεται η συνειδητοποίηση ότι βρίσκονται πλέον μακριά από τα εγκόσμια.

Γυρίζω πίσω και ανηφορίζω προς το Μουσείο. Μικρό αλλά προσεγμένο, κάθε έκθεμα αφήνει την αίσθηση του δέους. Στέκομαι μπροστά στο ανάγλυφο της μάμμης Αμφαρέτης με το εγγόνι της. Διαβάζω ξανά και ξανά το επίγραμμα στο επιστύλιο: «το τέκνο της θυγατέρας μου κρατώ εδώ το αγαπητό, που κρατούσα στα γόνατά μου, όταν ζωντανοί βλέπαμε το φως του ήλιου και τώρα νεκρό το κρατώ, εγώ η νεκρή».

«Στο χώμα αυτό εγώ σου ψιθυρίζω», της Ευρυδίκης ΑμανατίδουΚι άλλες μορφές σε στάση αποχαιρετισμού, απόκοσμες. Και μετά ο εντυπωσιακός Κούρος. Διαβάζω ότι αποκαλύφθηκε μαζί με μία σφίγγα, δύο λιοντάρια, δύο κιονόκρανα και έναν κίονα το 2002 κατά τη διάρκεια στρωματογραφικών ερευνών από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Τα γλυπτά αυτά προέρχονταν από αρχαϊκούς ταφικούς περιβόλους που είχαν καταστραφεί από τους Πέρσες και όταν επί Θεμιστοκλή γινόντουσαν οι εργασίες ανέγερσης της Ιεράς Πύλης τοποθετήθηκαν κάτω από την Ιερά οδό ώστε να ενισχυθεί το οδόστρωμα. «Παλιά και δοκιμασμένη λοιπόν η μέθοδος να επαναχρησιμοποιείται το κάθε τι» μονολογώ.

Καιρός να δω τα εκθέματα που είναι σχεδόν αποκλειστικά ταφικού χαρακτήρα και προερχόμενα από τις ανασκαφές μέσα στην Νεκρόπολη του Κεραμεικού. Πήλινα, χάλκινα, χρυσά αντικείμενα, κοσμήματα, αγγεία, φιαλίδια, καθρέφτες, ψαλίδια και άλλα είδη καλλωπισμού λες και η ματαιότητα συνεχίζεται μετά θάνατον. Επίφαση ζωής, εκδήλωση λατρείας, ποιος ξέρει;

Σταματάω στην προθήκη με τον αριθμό 10. Εδώ εκθέτονται κτερίσματα που αποδίδονται στην ομαδική ταφή των νεκρών του λοιμού, που ενέσκηψε στην Αθήνα στην αρχή του Πελοποννησιακού πολέμου (καλοκαίρι του 430/29 π.Χ.). Μας αποκαλύφθηκαν εκτός του οργανωμένου αρχαιολογικού χώρου κατά τις εργασίες της κατασκευής του ΜΕΤΡΟ.

Λίγο προτού αφήσω πίσω μου τη Νεκρόπολη, κοιτάζω μια τελευταία φορά σαν να θέλω να την αποτυπώσω σε έναν νοερό χάρτη. Μετά σκέφτομαι πως τα αρχαία βρίσκονται πάντα δίπλα μας να ομορφαίνουν την καθημερινότητά μας, να ηρεμούν τους φρενήρεις ρυθμούς μας. Και χαμογελάω ξανά. Κοιτάζω το ρολόι μου. Δύο ώρες σχεδόν. Πότε πέρασαν; Ίσως ο χρόνος σταματάει εδώ ή ίσως έχει τους δικούς του άχρονους ρυθμούς.

 

Το άρθρο της κ. Ευρυδίκης Αμανατίδου διατίθεται με άδεια Creative Commons (Αναφορά δημιουργού-ιστοχώρου δημοσίευσης-άδειας διανομής, παροχή ενεργού συνδέσμου στο αρχικό άρθρο, μη εμπορική χρήση, όχι παράγωγα έργα). Δείτε περισσότερα: άρθρα.

 

Η Ευρυδίκη Αμανατίδου 

Ζει στην Αθήνα, ακόμη κι όταν βρίσκεται στον κόσμο της μαζί με τον άλλο της εαυτό, την Ερίλια. Παρά το ότι σπούδασε νομικά, της αρέσει να παίζει με τις λέξεις, τα χαρτιά και τα μολύβια. Για του λόγου το αληθές, μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τέσσερα μυθιστορήματά της και το παιδικό θεατρικό έργο «ένα καπέλο για τον καθηγητή» που βραβεύτηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού.