«Ο ύπνος των αγαλμάτων» του Νίκου Διακογιάννη. Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου«Ο ύπνος των αγαλμάτων» του Νίκου Διακογιάννη

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Ο Μάνος, χαμένος στη μετάφραση του τελευταίου μυθιστορήματος του Ζοζέ Σαραμάγκου «το γάλα των αγαλμάτων» επηρεάζεται από τον αγαπημένο του συγγραφέα. Αναρωτιέται για όσα διάβασε, για τα αγάλματα που ζωντανεύουν, για τους ανθρώπους που αγαλματοποιούνται. Μία εκ παραλλήλου –ή μήπως όχι-, επίσκεψη στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης δυναμιτίζει τον κόσμο του.

Κάποτε η μετάφραση τελειώνει και ο Μάνος έχει κάθε λόγο να «πηγαίνει τη ζωή με χίλια!» Και τότε….Έμβια και άβια ενώνονται, διαμελίζονται, ανασυνθέτονται σε έναν πραγματικό εφιάλτη ή μία εφιαλτική πραγματικότητα; Η ρευστότητα της ύλης και η σχετικότητα των πάντων, η μη υπαγωγή στην αιτιώδη συνάφεια όσον αφορά τα ανθρώπινα οδηγούν στο παράλογο ή στην τελική επικράτηση της λογικής;

Ψάχνουν τα αγάλματα μία εκδίκηση; Καταγγέλλουν άραγε την αδιαφορία, την ματαιοδοξία, την αναλγησία του ανθρώπινου είδους;

Η Καρυάτιδα με τους λυτούς βοστρύχους και το διάφανο δωρικό πέπλο είναι άραγε η προειδοποίηση για το μένος των αγαλμάτων που έχουν ξεριζωθεί από τον τόπο τους, για αυτούς που βαυκαλίζονται ότι διατηρούν τη μνήμη ή απλά για εμάς τους ανθρώπους που ως έλλογα αλλά υπερφίαλα όντα ξεπεράσαμε εαυτόν και γίναμε θεοί αψηφώντας κάθε άλλη δύναμη;

Θεωρούμε άραγε το χρόνο στατικό προσδίδοντάς του μία ιδιότητα των αγαλμάτων και συνεχίζουμε τον ύμνο στην ύλη, ενώ καλά καλά δεν έχουμε ενστερνιστεί ποια είναι η ουσία των πραγμάτων; Εξακολουθούμε τον περιδινισμό σε ένα σύμπαν γνωστό και ορατό νομίζοντας ότι όλα βρίσκονται γύρω και μπροστά μας ενώ πρακτικά δεν είμαστε παρά ένα ασήμαντο σημείο στον γαλαξιακό ορίζοντα;

«Ποιος είσαι εσύ ανόητε άνθρωπε που με έστησες για να σου θυμίζω το μεγαλείο σου μέσα στο κρύο, τη βροχή, το χιόνι, τον άνεμο, την λάβα του καλοκαιριού, τις μέρες και τις ώρες που η επιφάνειά μου αναστενάζει από τις πληγές της φύσης; Ποιος είσαι εσύ που αδιαφορείς ακόμη και για εμένα σαν απλό αντικείμενο με το να με ρυπαίνεις, να με ακρωτηριάζεις, να γεμίζεις μουτζούρες το σώμα μου, να γράφεις πάνω του λόγια δήθεν σοφά ή πρόστυχα, να με στήνεις και να με ξεστήνεις ανάλογα με τα σημεία των καιρών; Δε με σέβεσαι, δε με σεβάστηκες ποτέ! Ήρθε η ώρα να σε εκδικηθώ ή μήπως να σε αναχαιτίσω; Η θερμοκρασία θα πέσει και ένας πυρετός θα σε καταλάβει, θα ζητάς γάλα απεγνωσμένα στην ύστατη προσπάθειά σου της απάρνησης για μία ακόμη φορά των ευθυνών σου και στην αναζήτηση της ασφάλειας του μητρικού μαστού, της επιστροφής στη μήτρα. Και μετά θα κοιμηθείς, ενώ ο κόσμος γύρω σου θα βυθίζεται σε ακόμη μεγαλύτερο χάος, μέχρι ίσως την τελική καταστροφή. Ή μήπως περιμένω ότι μέσα στον βαθύ σου ύπνο, μέσα στη βουβή στατικότητα της αγαλμάτινης κορμοστασιάς σου κάτι ζεστό και υγρό θα κυλήσει ξανά μέσα σου, αυτό που θα σε κάνει να βροντοφωνάξεις τελικά το όχι πια, αυτό που είχες ξεχάσει όσο ήσουν ζωντανός αλλά και νεκρός μαζί; Περιμένω, και αν υπάρχει ελπίδα σε αυτόν τον κόσμο, τότε τα μάγια θα λυθούν. …Μέχρι τότε θα καλέσω κοντά σου τον Ύπνο, γιο της Νύχτας και του Ερέβους, αυτόν που αποκοιμίζει τους κουρασμένους καθώς τους ραντίζει με ένα κλαδί μουσκεμένο από τη δροσιά της λήθης, καθώς τους ποτίζει από ένα κέρας υπνωτικούς χυμούς, καθώς πάνωθέ τους κουνάει τα φτερά του. Μια ομίχλη θα σε τυλίξει άνθρωπε, και τότε γάλα θα ζητήσεις και ο χρόνος θα σταματήσει μέχρι να δεις την τιμωρία ή τη σωτηρία…»

Κάπως έτσι άκουγα το μονόλογο των αγαλμάτων καθώς διάβαζα το μυθιστόρημα του Νίκου Διακογιάννη. Και ομολογώ ότι είχα καιρό να εντυπωσιαστώ, να προβληματιστώ, να αναζητήσω τη δεύτερη ανάγνωση σε κάτι που εξ απαλών ονύχων θα μπορούσε να περάσει σαν ακόμη ένα σενάριο καταστροφολογίας. «Ο ύπνος των αγαλμάτων» είναι το σήμαντρο του κινδύνου, σήμαντρο καμωμένο από τη γραπτή κατάθεση μίας αληθινής, ανθρώπινης φωνής. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένας συλλεκτικός πλούτος μνήμης όσον αφορά αυτά που κρίνονται ή θεωρούνται έργα τέχνης. Είναι η σημειολογία της ανθρώπινης ύπαρξης, εξέλιξης και συνέχειας, μια βαθιά τομή στην κοινωνία, μία κατάδυση στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης. Χρησιμοποιώντας μία γλώσσα προσιτή και πολύ ζωντανή, με μία αρμονική συρραφή κλασσικών και νέων μορφών επικοινωνίας και ενημέρωσης, ο συγγραφέας μάς προσφέρει ένα δώρο πολύτιμο. Θέλοντας και μη θα παίξουμε κι εμείς με τις λέξεις, θα ανατρέξουμε σε όμοιους ήχους, ρίζες, ετυμολογίες: Άγαλμα, αγάλλομαι, αγλάισμα, γάλα, γαλαξίας, ακολουθώντας το νήμα που οδηγεί στο τελικό αμάλγαμα που είναι το κράμα αλλά και η πεμπτουσία, η επίτευξη της διατήρησης της μνήμης και της ανθρωπιάς.

«Ο ύπνος των αγαλμάτων»: η εναγώνια αναζήτηση μιας άλλης πραγματικότητας πέρα από το ορατό και δεδομένο, η ύβρις και η κάθαρση.

 

 Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύθηκε το Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012 στο προσωπικό ιστολόγιο της κ. Ευρυδίκης Αμανατίδου και διατίθεται με άδεια Creative Commons. Δείτε περισσότερα άρθρα της κ. Αμανατίδου.