«Ανάμεσα σε δύο αγγέλους», του Φώτη Κατσιμπούρη«Ανάμεσα σε δύο αγγέλους», του Φώτη Κατσιμπούρη

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Η ζωή είναι εδώ ή κάπου αλλού; Τι σημαίνει καμπή του γίγνεσθαι για τη Μελτίνη; Σύμβαση, κούραση, ανία της καθημερινότητας. Η είσοδος στην κοινωνική δικτύωση. Μια γνωριμία με τον άνδρα που χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Μοναχικός Άγγελος». Το σάρωμα μιας ζωής ουσιαστικά και αλληγορικά. Ο Γιώργος, σύζυγος της Μελτίνης, χάνεται από τον υλικό κόσμο αδυνατώντας να αντιληφθεί πόσο η πραγματικότητα ξεπερνάει τις προσδοκίες του. Η Μελτίνη προσπαθεί να αντιμετωπίσει την απώλεια βιώνοντάς την αντίστροφα. Ή καλύτερα γεμίζοντας το κενό με την υλοποίηση των επιθυμιών της από την εφήμερη γνωριμία του Πάνου. Ποιοι είναι όμως οι δύο καβαλάρηδες που την παρακολουθούν κατά βήμα; Η εικόνα που της μένει πάντα είναι αυτή των δύο μηχανόβιων που η πίσω μεριά του δερμάτινου μπουφάν τους φέρει στα αγγλικά τις λέξεις: Μοναχικοί άγγελοι, ενσώματη φυλή.

Ο Φώτης Κατσιμπούρης καταπιάνεται με ένα αγαπημένο του θέμα, τον αχωρόχρονο, το σημείο όπου η ύλη αποτελεί ξένη έννοια ή ιδεατή προβολή. Το επεξεργάστηκε και στον Σκιοφύλακα αλλά και στον Όρκο υλοποιώντας το στην επανεμφάνιση εκλιπόντων είτε ως σκιές που τιμωρούν ή προφυλάσσουν είτε ως την βαμπιρική ύπαρξη του Κωνσταντή για την εκπληρωση του όρκου προς τη μητέρα του. Στο «ανάμεσα σε δυο αγγέλους» ο Γιώργος και ο μεγαλύτερός του φίλος μοιάζουν σαν κοινοί άνθρωποι, όμως η εμφάνισή τους -σε όσους έχουν το χάρισμα ή την πίστη-αποτελεί την υλοποίηση της φωνής της συνείδησης κατά εμένα, την καθοδήγηση από κάτι ανώτερο που έχει συμφιλιωθεί ή ενστερνιστεί την ιδέα της αρετής, κατά τον δημιουργό του.

Δεν είναι ένα εύκολο μυθιστόρημα καθώς καταπιάνεται με θέματα που δεν θα πω ότι απευθύνονται στον μυημένο, αλλά σε αυτόν που έχει διάθεση να προβληματιστεί και όχι απλά να το διαβάσει άκοπα και μετά να πει «ήταν ένα καλογραμμένο βιβλίο».Φυσικά είναι καλογραμμένο. Ο Φώτης Κατσιμπούρης κατέχει την τέχνη και την τεχνική. Εκπαιδευτικός ο ίδιος και δοκιμασμένος συγγραφέας, αλλά και μελετητής με την ουσιαστική σημασία της λέξης. Ερευνητής της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τη γραφή του και τις γραφές άλλων που αποτέλεσαν δικά του διαβάσματα και εναύσματα. Ο δημιουργός κατέχει απόλυτα το παιχνίδι των λέξεων, τη δυνατότητα όχι μόνο να ζωντανέψει τους διαλόγους του χρησιμοποιώντας διαφορετική γλώσσα για τον κάθε ήρωά του ανάλογα με την ηλικία, τη θέση, την προσωπική του αντίληψη ζωής, αλλά να δώσει τις διαφορετικές σημασίες της ίδιας λέξης με τρόπο που συνειδητά ή ασυνείδητα έχουμε αποτυπώσει στην καθημερινότητά μας.

Το σπουδαιότερο εύρημα στην τεχνική αυτής της μυθιστορίας είναι η οπτική γωνία. Και ναι, είναι αυτή του πανόπτη παντοδύναμου αφηγητή που κι αν εμείς τον βλέπουμε σαν έναν ευγενικό πλην απόμακρο Τσοπερά που αγαπάει τα λουλούδια, εκείνος δεν είναι παρά ο Αρχάγγελος.

«Ζυγίστηκες και βρέθηκες λειψός» είναι μια φράση που θα συναντήσουμε πολλές φορές στο μυθιστόρημα, κάτι όμως που χρησιμοποιούμε όλοι για να δηλώσουμε πως κάποιος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες, τις δικές μας, της κοινωνίας. Όταν ακροβατείς στο μεταίχμιο, όντας ήδη σε μια κατάσταση αμφιθυμίας, η έννοια της μοναξιάς μπορεί να έχει διπλή σημασία. Ίσως αναφέρεται στον δονκιχωτικό Γιώργο που σε εποχές φόβου και ανάγκης θέλει να σώσει την αθωότητα όχι τη δική του, μια και έχει ήδη κριθεί, αλλά της γυναίκας που αγαπάει πέρα από τον θάνατο, της Μελτίνης. Ίσως η πραγματική παγωνιά της ψυχής του Πάνου είναι αυτή που τον κάνει να χρησιμοποιεί τη μοναχικότητα σαν δόλωμα στη γυναικεία ευαισθησία ή σε εκείνο το μητρικό σε πλήρη σύγχυση με το ερωτικό φίλτρο.

«Να προλάβεις να εξελίξεις τον εαυτό σου πριν το κάνει η ζωή με τον χαοτικό τρόπο που αγαπά αυτή να το κάνει. Να ξέρεις πού θες να πας με κριτήριο την αρετή. Τότε θα είσαι έτοιμη απέναντι στη ζωή, αλλά και διαρκώς θα ετοιμάζεσαι, θα δουλεύεις συνέχεια πάνω στον εαυτό σου. Τότε, μπορεί αυτό που ζούμε σήμερα να το ξαναβρίσκουμε και στο μέλλον με έναν άλλον τρόπο, ίσως και καλύτερα από αυτό που ζούμε τώρα. Να το ξαναβρίσκουμε κάποιες φορές», λέει ο Γιώργος στη Μελτίνη στη σελίδα 34. Να πετύχει κανείς να βρεθεί στην αταραξία, εκεί που κανένα εξωτερικό ερέθισμα δεν είναι ικανό να δημιουργήσει αρνητικά συναισθήματα όπως ανασφάλεια, θυμό και φόβο. Να παγιωθεί αυτή η κατάσταση, να εξαπλωθεί στους γύρω. Αυτή η θέση χάριτος είναι το σχέδιο πάνω στο οποίο εργάζεται ο Γιώργος, αθόρυβα και μεθοδικά, ένα σχέδιο που μένει ημιτελές με το θάνατό του; Αυτό που θέλουμε πραγματικά να είμαστε ή να γίνουμε, ποτέ δεν σταματάει να ρέει. Ακόμη και αν υπαγορεύεται από την προβολή στα μάτια μας μιας ιδέας που συμπυκνώνει την αρετή, τον έρωτα και την αγάπη σε μία θέση συνειδητότητας, ενδεδυμένη με μια ανθρώπινη μορφή.

Γεννιόμαστε ποτισμένοι με το καλό και το κακό, λες κι αυτό έχει γραφτεί στο DNA μας. Υποκειμενικοί κανόνες μιας μητριαρχίας ή πατριαρχίας, μιας κοινωνίας και καταφυγή σε ποικίλες θεωρητικές ερμηνείες ή ερμηνευτικές θεωρίες. Άγγελοι σε χάρη ή έκπτωτοι, όπως εμείς ορίζουμε τον καθένα γύρω μας, ανάλογα με τη δική μας χάρη ή πτώση. Μοναχικοί άγγελοι, μέλη μιας ενσώματης φυλής. Embodied clan είναι ο αγγλικός όρος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και θα σταθώ σε αυτό για να δώσω τη δική μου και μόνο ερμηνεία. Χρησιμοποιώντας τη λέξη ενσώματος στο ρούχο που καταδεικνύει το status του μηχανόβιου, αλλά και χρησιμοποιώντας αυτό το μεταφορικό μέσο που δηλώνει την πλήρη ελευθερία έρχεται στο νου μου η ενσώματη νόηση και η ανάπτυξη επιδεξιότητας χειρισμού, η ικανότητα εν ολίγοις του ανθρώπου να αλληλεπιδρά, να μπαίνει εντός του περιβάλλοντός του, αναπτύσσοντας μη νοητικές δεξιότητες, όπως είναι η οδήγηση της μοτοσικλέτας και κάνοντας κατά ένα τρόπο τον εγκέφαλο που νοεί και τον κόσμο που νοείται αν όχι ενιαίους, τουλάχιστον σε μία εντεινόμενη προσπάθεια αποποίησης αυτής της δυϊκότητας.

Η μεγάλη έκπληξη που μου επεφύλασσε το «ανάμεσα σε δύο αγγέλους» ήταν δύο σημεία. Λίγο πριν το τέλος, η σκηνή σε ένα ξεχασμένο οίκημα εκεί που οδηγεί η παλιά έξοδος Τρίπολης προς Αθήνα, μια ταμπέλα με τον αριθμό 2002 κι ένα αγγελικό μπλουζ. Μέσα στην ησυχία της ώρας που διάβαζα και την αντίστοιχη νοητική νιρβάνα με ταρακούνησε δημιουργώντας τόσο δυνατά συναισθήματα που επί ώρα αναρωτιόμουν τι είναι αυτή η τέχνη να παρασύρεις τον αναγνώστη σου μέσα σε ελάχιστες γραμμές καθώς εκπληρώνεται εκείνο το «ας σε έβλεπα για τελευταία φορά», η ευχή της Μελτίνης.

Το τέλος ήταν η δεύτερη έκπληξη, άλλη μία αλληγορία πάνω στις επιθυμίες και θεωρήσεις της ορατής πραγματικότητας, μία ξεκάθαρη πλέον σύνοψη της αρμονικής διαφορετικότητας και ιδανικής ποικιλότητας κάτω από έναν τίτλο που εμπεριέχει επίσης την αλληγορία, αλλά και τη λεπτή και σοφή ειρωνεία που απορρέει από τα κείμενα του συγγραφέα. Λεπτή και σοφή γιατί στηλιτεύει γνωρίζοντας όμως πως ο κάθε άνθρωπος δοκιμάζεται για να ζυγιστεί.

Ανάμεσα σε δύο αγγέλους: ένα μυθιστόρημα όπου η κάθε λέξη κρύβει τόσα νοήματα όσα αυτός που έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του είναι έτοιμος να δει.

 

Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 9 Ιανουαρίου στο προσωπικό ιστολόγιο της κ. Ευρυδίκης Αμανατίδου και διατίθεται με άδεια Creative Commons. Δείτε περισσότερα άρθρα της κ. Αμανατίδου.